
Το λαϊκό τραγούδι αποχαιρετά μια αυθεντική και αθόρυβα σπουδαία μορφή του. Ο Χρήστος Παντελής, γνωστός σε φίλους και μουσικούς ως «Μανάρας», έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του ένα αποτύπωμα που δεν μετριέται με δισκογραφίες και προβολή, αλλά με μνήμες, νύχτες και μπουζούκια που μίλησαν χωρίς φωνές.
Ο Χρήστος Παντελής υπήρξε μουσικός της «παλιάς σχολής». Από εκείνους που δεν έπαιζαν για να εντυπωσιάσουν, αλλά για να υπηρετήσουν το τραγούδι. Με πραότητα, σεμνότητα και βαθιά γνώση της λαϊκής και ρεμπέτικης παράδοσης, συνόδευε το μπουζούκι του σε μικρά στέκια, ταβέρνες και παρέες, εκεί όπου το λαϊκό τραγούδι αναπνέει μακριά από προβολείς και playlists.
Δεν ανήκε στη γενιά των μεγάλων πρωτοσέλιδων. Ανήκε, όμως, στη γενιά των μουσικών που κρατούν ζωντανή τη συνέχεια. Εκείνων που παίζουν όπως «παιζόταν πάντα», χωρίς βιασύνη, χωρίς υπερβολή, με σεβασμό στον ήχο και στην ιστορία του.
Τη δυσάρεστη είδηση του θανάτου του γνωστοποίησε ο συγγραφέας, στιχουργός και ερμηνευτής Θωμάς Κοροβίνης, άνθρωπος με βαθιά σχέση και γνώση του λαϊκού και παραδοσιακού ελληνικού τραγουδιού. Η αναφορά του ήταν λιτή, όπως θα ταίριαζε και στον ίδιο τον «Μανάρα».
Ο Χρήστος Παντελής φεύγει σε μια εποχή όπου το λαϊκό τραγούδι συχνά ψάχνει τον εαυτό του. Κι όμως, η παρουσία του θυμίζει κάτι απλό και σπάνιο: ότι η ουσία δεν ήταν ποτέ ο θόρυβος, αλλά ο δρόμος, η παρέα και το μπουζούκι που λέει αλήθειες χαμηλόφωνα.
Το λαϊκό τραγούδι πενθεί. Όχι θεαματικά. Όπως του πρέπει. Με ένα ποτήρι στο τραπέζι και μια πενιά που συνεχίζει.































