Στο διάστημα περίπου δύο μηνών, η ελληνική κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ανησυχητική συσσώρευση περιστατικών ανήλικης βίας: εκβιασμοί, ενέδρες, επιθέσεις με μαχαίρια, σοβαροί τραυματισμοί, εμπλοκή με ουσίες, οργανωμένες πράξεις παραβατικότητας. Δεν μιλάμε πια για σποραδικά γεγονότα· μιλάμε για ένα μοτίβο που απαιτεί κοινωνιολογική ανάγνωση και όχι απλώς ηθική καταδίκη.
Σε αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα είδαμε έναν 14χρονο στην Αμαλιάδα να εκβιάζει συστηματικά 12χρονο αποσπώντας μεγάλα χρηματικά ποσά, έναν ακόμη 14χρονο στον Εύοσμο να συλλαμβάνεται με μαχαίρι 20 εκατοστών έπειτα από απόπειρα ληστείας, έναν 13χρονο στην Τρίπολη να τραυματίζει μαχαιρώνοντας έναν 12χρονο, ενώ σε άλλες περιοχές ανήλικοι οργάνωσαν επιθέσεις, τραυμάτισαν, απείλησαν, ενεπλάκησαν με ουσίες, οδηγήθηκαν στη βία ως επιλογή ή ως τραγική εκτροπή. Η απαρίθμηση δεν είναι το ουσιώδες: το ουσιώδες είναι το νόημα πίσω από αυτή τη συσσωρευμένη πραγματικότητα.
Η κοινωνιολογία μας έχει προειδοποιήσει εδώ και δεκαετίες ότι τέτοια φαινόμενα δεν εξηγούνται μόνο από «κακούς χαρακτήρες» ή «αποτυχημένες οικογένειες». Ο Émile Durkheim μίλησε για την ανωμία: την κατάσταση όπου οι κανόνες, τα όρια, οι αξίες παύουν να λειτουργούν ως σταθεροί προσανατολισμοί. Σε κοινωνίες όπου η σταθερότητα διαρρηγνύεται, τα άτομα και ιδίως οι έφηβοι, βιώνουν σύγχυση, αποπροσανατολισμό, απώλεια νοήματος. Σε αυτή τη ρωγμή μπορεί να εμφιλοχωρήσει η βία ως υποκατάστατο νοήματος.
Ο Robert Merton, μέσα από τη θεωρία της στραίνης, προσθέτει ότι όταν η κοινωνία προβάλλει υψηλές προσδοκίες επιτυχίας, κύρους και ισχύος, χωρίς να προσφέρει ισότιμα και θεμιτά μέσα πρόσβασης σε αυτές, τότε ορισμένα άτομα καταφεύγουν σε παρεκκλίνουσες στρατηγικές. Στο πλαίσιο αυτό, η επιβολή και η βία λειτουργούν, στρεβλά αλλά υπαρκτά,ως τρόποι «κατάκτησης δύναμης».
Η θεωρία της κοινωνικής αποδιοργάνωσης δείχνει πώς η διάλυση των κοινοτικών δεσμών, η αποδυνάμωση της συλλογικής ευθύνης, η απουσία συνεκτικών τοπικών και σχολικών δομών ενισχύουν τη πιθανότητα παραβατικότητας. Όταν η κοινότητα δεν παρέχει αίσθηση ανήκειν και προστασίας, όταν το σχολείο δεν μπορεί να λειτουργήσει με επαρκή ψυχοκοινωνική υποστήριξη, όταν η οικογένεια πιέζεται και εξαντλείται, τότε οι έφηβοι μένουν χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς.
Σε αυτό το πλαίσιο συνομιλεί και η σκέψη του Zygmunt Bauman για τη ρευστή νεωτερικότητα: ζούμε σε έναν κόσμο χωρίς σταθερές, όπου η ταυτότητα είναι ρευστή, οι θεσμοί αδύναμοι, η ασφάλεια εύθραυστη. Ο έφηβος καλείται να ωριμάσει μέσα σε συνεχή αβεβαιότητα, να «σταθεί» σε ένα περιβάλλον που δεν υπόσχεται τίποτα σταθερό. Σε αυτές τις συνθήκες, η βία μπορεί να μετατραπεί σε παραμορφωμένη γλώσσα ταυτότητας, μια προσπάθεια να ακουστείς, να υπάρξεις, να επιβληθείς.
Παράλληλα, οι θεωρίες της ετικετοποίησης μάς υπενθυμίζουν τον κίνδυνο της κοινωνικής σφράγισης. Όταν βαφτίζουμε τις νεότερες γενιές «χαμένες», «επικίνδυνες», «παραβατικές», δεν περιγράφουμε απλώς μια κατάσταση, συμβάλλουμε στη μονιμοποίησή της. Η κοινωνία όχι μόνο τιμωρεί αλλά και παράγει αυτό που προσποιείται ότι καταδικάζει.
Άρα, το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος «φταίει». Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο κοινωνικό περιβάλλον παράγουμε:
- πόσο ενισχύουμε τα σχολεία ως χώρους ασφάλειας και όχι μόνο πειθαρχίας,
- πόσο στηρίζουμε τις οικογένειες,
- πόσο ξαναχτίζουμε την κοινότητα,
- πόσο διαμορφώνουμε πολιτικές πρόληψης και όχι μόνο καταστολής.
Η βία των ανηλίκων δεν είναι μόνο ποινικό γεγονός. Είναι κοινωνικό μήνυμα. Είναι σύμπτωμα κοινωνικής κόπωσης, αποσταθεροποίησης αξιών, διάρρηξης δεσμών. Τα παιδιά που κρατούν μαχαίρια δεν είναι «τέρατα». Είναι καθρέφτες. Μας δείχνουν ρωγμές που έχουμε αφήσει να ανοίξουν.
Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν δεν είναι:
«τι έπαθαν τα παιδιά;»
Το κρίσιμο ερώτημα είναι:
τι συνέβη σε εμάς, στους θεσμούς μας, στην κοινωνική μας συνοχή, στη συλλογική μας φροντίδα, ώστε για κάποια παιδιά η βία να μοιάζει ένας διαθέσιμος τρόπος ύπαρξης;
Εφημερίδα POLIS































