Η κατάσταση στο λιμάνι της Ραφήνας έχει φτάσει στα όριά της, με την αυξημένη ακτοπλοϊκή κίνηση να προκαλεί έντονη ανησυχία στην τοπική κοινωνία. Το υπουργείο Ναυτιλίας αναγνωρίζει πλέον το πρόβλημα του συνωστισμού και βρίσκεται σε επαφή με τις πλοιοκτήτριες εταιρείες για αλλαγές στον προγραμματισμό αφίξεων και αναχωρήσεων.
Το ζήτημα έφτασε στη Βουλή μέσω επίκαιρης ερώτησης του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, Γιώργου Βλάχου, ο οποίος έθεσε ευθέως το θέμα της επιβάρυνσης που δέχεται η Ραφήνα από την αύξηση των δρομολογίων και τις σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις στο λιμάνι.
Απαντώντας, ο υφυπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Στέφανος Γκίκας, δήλωσε ότι ο υπουργός Βασίλης Κικίλιας βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τις πλοιοκτήτριες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη Ραφήνα, προκειμένου να βρεθεί λύση στο πρόβλημα των ταυτόχρονων αφίξεων και αναχωρήσεων.
Όπως παραδέχθηκε ο κ. Γκίκας, ο συνωστισμός «όντως δημιουργείται», γεγονός που δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι πια μια απλή διαμαρτυρία κατοίκων, αλλά μια υπαρκτή δυσλειτουργία στο δεύτερο μεγαλύτερο ακτοπλοϊκό λιμάνι της Αττικής.
Ο Γιώργος Βλάχος περιέγραψε με έντονο τρόπο την κατάσταση που βιώνει η πόλη, σημειώνοντας ότι η αύξηση των δρομολογίων έχει οδηγήσει σε πλοία που διανυκτερεύουν στον Ευβοϊκό και σε ένα λιμάνι που δυσκολεύεται να αντέξει το φορτίο που του έχει επιβληθεί. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, όταν τα πλοία φορτώνουν και ξεφορτώνουν, «η πόλη δεν υπάρχει».
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται και το «master plan» του λιμανιού. Ο προβληματισμός είναι σαφής: αντί να αντιμετωπιστεί η σημερινή πίεση, υπάρχει φόβος ότι οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις θα μονιμοποιήσουν μια κατάσταση που ήδη ασφυκτιά. Με απλά λόγια, η Ραφήνα ζητά λύση, όχι τσιμέντωμα του προβλήματος.
Ο κ. Γκίκας υποστήριξε ότι η κυβέρνηση λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις επισημάνσεις της τοπικής κοινωνίας και των θεσμικών οργάνων της αυτοδιοίκησης. Όπως είπε, οι αρνητικές γνωμοδοτήσεις του Δήμου Ραφήνας και της Περιφέρειας έχουν καταγραφεί στον φάκελο της διαδικασίας και θα συνυπολογιστούν στο πλαίσιο της τελικής αξιολόγησης.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι το «master plan» έχει υποβληθεί από τον Οργανισμό Λιμένος και έχει λάβει θετική γνωμοδότηση υπό όρους από την Επιτροπή Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων. Η τελική έγκριση, ωστόσο, θα γίνει με Προεδρικό Διάταγμα, στο οποίο θα ενσωματώνεται και η περιβαλλοντική έγκριση.
Ο υφυπουργός αναφέρθηκε επίσης στο έργο «Decarbonizing the Greek Comprehensive Ports» — DECOMPRES, που αφορά τα λιμάνια της Ραφήνας, του Λαυρίου, της Καβάλας και της Κέρκυρας και χρηματοδοτείται κατά 85% από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη».
Το πρόγραμμα προβλέπει παρεμβάσεις για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των λιμανιών, όπως συστήματα ηλεκτροδότησης πλοίων από την ξηρά κατά τον ελλιμενισμό. Έτσι, τα πλοία θα μπορούν να σβήνουν τις μηχανές τους όσο βρίσκονται δεμένα, μειώνοντας ρύπους και θόρυβο.
Ωστόσο, για τη Ραφήνα το πρόβλημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Είναι κυκλοφοριακό, λειτουργικό, πολεοδομικό και βαθιά πολιτικό. Μια πόλη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως διάδρομος επιβίβασης και αποβίβασης. Το λιμάνι είναι σημαντικό, αλλά δεν μπορεί να «καταπίνει» την καθημερινότητα των κατοίκων.
Η συζήτηση για το μέλλον του λιμανιού μόλις άνοιξε ξανά — και αυτή τη φορά η τοπική κοινωνία δείχνει αποφασισμένη να μη μείνει απλός θεατής.


































