Η αφαίρεση της άδειας οδήγησης για συγκεκριμένα διαστήματα αποτελεί μία από τις βασικές κυρώσεις που προβλέπει ο νέος KOK, ωστόσο υπάρχουν και ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες ο νόμος δίνει τη δυνατότητα για πιο μόνιμα μέτρα.
Τα τελευταία χρόνια η πολιτεία έχει στρέψει το ενδιαφέρον της όλο και περισσότερο στην ενίσχυση της οδικής ασφάλειας, επιδιώκοντας να περιορίσει τις επικίνδυνες συμπεριφορές που εξακολουθούν να κοστίζουν ανθρώπινες ζωές στους ελληνικούς δρόμους.
Σε αυτό το πλαίσιο, εκτός από τους εντατικούς ελέγχους της Τροχαίας και τη συνεχής τοποθέτηση νέων συστημάτων επιτήρησης, φέτος είναι και η πρώτη χρόνια που έχουμε την πλήρη εφαρμογή του νέου ΚΟΚ, ο οποίος προβλέπει σημαντικά αυστηρότερες κυρώσεις σε σχέση με το παρελθόν, ιδιαίτερα για όσους υποπίπτουν σε παραβάσεις που θέτουν σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή των υπόλοιπων χρηστών του δρόμου.
Εκτός από τα αυξημένα χρηματικά πρόστιμα, ιδιαίτερο βάρος δίνεται πλέον και στις διοικητικές κυρώσεις που αφορούν την άδεια οδήγησης, με μια από τις βασικές αλλαγές που έχει φέρει να είναι στο πως αρκετές παραβάσεις συνοδεύονται πλέον από ποινές αφαίρεσης του διπλώματος.
Πιο συγκεκριμένα, στις παραβάσεις της κατηγορίας Ε1 προβλέπεται, ανάλογα με την περίπτωση, αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 10 ημέρες, ενώ στις σοβαρότερες κατηγορίες Ε2 και Ε3 η διάρκεια αυξάνεται στις 20 και 30 ημέρες αντίστοιχα.
Παράλληλα, όμως, υπάρχουν ειδικές διατάξεις που προβλέπουν πολύ μεγαλύτερες περιόδους αφαίρεσης, καθώς και δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να επιβληθεί ακόμη και η δια βίου αφαίρεση της άδειας οδήγησης.
Η πρώτη προβλέπεται στο άρθρο 101, που αφορά τις ειδικές περιπτώσεις αφαίρεσης άδειας οδήγησης. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν ένας οδηγός εντοπιστεί να οδηγεί ενώ του έχει ήδη αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης για οποιονδήποτε λόγο και προκαλέσει τροχαίο ατύχημα με τραυματισμό ή θάνατο, τότε το δικαστήριο έχει πλέον τη δυνατότητα να επιβάλει ακόμη και τη δια βίου αφαίρεση της άδειας οδήγησης οποιουδήποτε οδικού οχήματος.
Η δεύτερη περίπτωση προβλέπεται από το καθεστώς των υποτροπών, δηλαδή στο άρθρο 110 του νέου ΚΟΚ. Ειδικότερα, στην παράγραφο 4.β ορίζεται ότι η δια βίου αφαίρεση της άδειας μπορεί να επιβληθεί όταν ένας οδηγός υποπέσει για τρίτη φορά μέσα σε χρονικό διάστημα πέντε ετών στην παράβαση της εγκατάλειψης θύματος μετά από τροχαίο ατύχημα.
Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι ακόμη και από την πρώτη φορά που ένας οδηγός εγκαταλείπει θύμα τροχαίου, οι κυρώσεις είναι ήδη ιδιαίτερα αυστηρές. ιδικότερα, όπως αναφέρεται στις περιπτώσεις α) και β) της παραγράφου 2 του Άρθρου 47 «Αν από το οδικό τροχαίο ατύχημα επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα, υποχρεούται:
α) Να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στους παθόντες,
β) να ειδοποιήσει την πλησιέστερη αστυνομική αρχή και να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, εκτός αν είναι αναγκαία η απομάκρυνσή του για την ειδοποίηση της αστυνομίας ή για την περίθαλψη των τραυματιών ή του ίδιου. Και στην περίπτωση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να αναγγείλει το ατύχημα στην αστυνομική αρχή το ταχύτερο δυνατόν.
Η παράβαση για αυτόν που παραβαίνει τις περ. α) και β) της παρ. 2, κατατάσσεται στην κατηγορία Ε4 και τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο 1.200 ευρώ, αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 180 ημέρες και ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 3 μηνών.
Πέραν των διοικητικών κυρώσεων, αν από τη συμπεριφορά του υπαιτίου ο παθών περιήλθε σε κίνδυνο ζωής επιβάλλεται κάθειρξη έως 6 ετών, αν επήλθε βαριά σωματική βλάβη κάθειρξη έως 10 ετών, και αν επήλθε θάνατος κάθειρξη έως 20 ετών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.
Σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται ως παρεπόμενη ποινή η αφαίρεση της αδείας οδήγησης για χρονικό διάστημα 3 έως 6 μηνών η οποία επιβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο.


































