Τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, οι θερινοί κινηματογράφοι αποτελούσαν ένα από τα σημαντικότερα σημεία συνάντησης και ψυχαγωγίας στη Νέα Μάκρη.
Ήταν η εποχή κατά την οποία οι καλοκαιρινές διακοπές άρχιζαν να καθιερώνονται και η περιοχή εξελισσόταν σε όμορφο, κοντινό και οικονομικά προσιτό θέρετρο για εκατοντάδες κατοίκους της Αθήνας.
Τα καλοκαιρινά βράδια, ντόπιοι και παραθεριστές αναζητούσαν λίγες ώρες διασκέδασης κάτω από τον έναστρο ουρανό. Η μεγάλη οθόνη τούς ταξίδευε άλλοτε μέσα από κωμωδίες και άλλοτε μέσα από δραματικές ή περιπετειώδεις ιστορίες.
Ανάμεσα στους κινηματογράφους που σημάδεψαν εκείνη την περίοδο ξεχώρισε το «Σινέ Μάκρη».
Από το 1958 στη λεωφόρο Μαραθώνος
Το «Σινέ Μάκρη» βρισκόταν επί της λεωφόρου Μαραθώνος, στο σημείο όπου σήμερα λειτουργεί το καθαριστήριο «Green Cleaners».
Μπροστά βρισκόταν η είσοδος με το ταμείο, ενώ στο βάθος απλωνόταν η υπαίθρια αίθουσα με τις σειρές των καθισμάτων. Ιδιοκτήτες του κινηματογράφου ήταν οι αδελφοί Κεπέση και ο Τάσος Λουίζος.
Η λειτουργία του ξεκίνησε το 1958. Σύμφωνα με τις αναμνήσεις του Κώστα Κεπέση, η πρώτη ταινία που προβλήθηκε ήταν η ελληνική κωμωδία «Διακοπές στην Αίγινα», με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Ανδρέα Μπάρκουλη και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.
Ο Κώστας Κεπέσης εργαζόταν ως μηχανικός προβολής. Είχε έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με τον κινηματογράφο κατά τη στρατιωτική του θητεία και αργότερα παρακολούθησε τα απαραίτητα μαθήματα, ώστε να εργαστεί επαγγελματικά στην καμπίνα προβολής.
Εκεί, ανάμεσα στις μπομπίνες, στα φιλμ και στον χαρακτηριστικό ήχο της μηχανής, περνούσαν μπροστά από τα μάτια του ολόκληρες εποχές του ελληνικού και του ξένου κινηματογράφου.
Οι ταινίες που γέμιζαν τα καθίσματα
Τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία γνώριζαν οι ελληνικές παραγωγές, καθώς προσέλκυαν ολόκληρες οικογένειες. Ιδιαίτερα αγαπητές ήταν οι ταινίες με τον Κώστα Χατζηχρήστο και, αργότερα, με τον Θανάση Βέγγο, όταν η δημοτικότητά του άρχισε να απογειώνεται.
Από τις ξένες παραγωγές, μεγάλες επιτυχίες αποτέλεσαν «Τα κανόνια του Ναβαρόνε», αλλά και οι κωμωδίες με τον Λουί ντε Φινές, όπως «Το μεγάλο εστιατόριο».
Το κοινό δεν προερχόταν αποκλειστικά από τη Νέα Μάκρη. Θεατές έφταναν ακόμη και από τον Μαραθώνα και το Γραμματικό, προκειμένου να παρακολουθήσουν τις δημοφιλείς ταινίες της εποχής.
Από το πανί στο θεατρικό σανίδι
Το «Σινέ Μάκρη» δεν φιλοξενούσε μόνο κινηματογραφικές προβολές. Τις Δευτέρες, ημέρα αργίας για τα θέατρα της Αθήνας, ο χώρος μετατρεπόταν συχνά σε θερινή θεατρική και μουσική σκηνή.
Καθοριστικό ρόλο είχε ο Άγγελος Αγγελάκης, ο οποίος αναλάμβανε να φέρνει στη Νέα Μάκρη θιάσους, κωμωδίες, μουσικά σχήματα και λαϊκούς καλλιτέχνες.
Από τη σκηνή του πέρασαν γνωστά ονόματα, ορισμένα από τα οποία βρίσκονταν τότε στα πρώτα τους βήματα. Ανάμεσά τους ήταν ο Μίμης Μπουρνέλλης, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Μιχάλης Μενιδιάτης, η Νίτσα Μαρούδα και η Μάρθα Καραγιάννη.
Ιδιαίτερη επιτυχία γνώρισε η εμφάνιση του Μενιδιάτη με το τραγούδι «Πετραδάκι, πετραδάκι», ενώ στον χώρο παρουσιάστηκαν και θεατρικές παραγωγές όπως η «Λόλα».
Τρεις διαφορετικές ταινίες κάθε εβδομάδα
Η θερινή περίοδος ξεκινούσε συνήθως τον Μάιο, εφόσον το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες. Το πρόγραμμα άλλαζε τρεις φορές την εβδομάδα.
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη προβαλλόταν μία ταινία, την Τετάρτη και την Πέμπτη μία δεύτερη, ενώ για το τριήμερο Παρασκευής, Σαββάτου και Κυριακής επιλεγόταν μια τρίτη παραγωγή.
Ο προγραμματισμός γινόταν αρκετά νωρίς. Οι υπεύθυνοι του κινηματογράφου συνέτασσαν από την αρχή του καλοκαιριού έναν κατάλογο με τις ταινίες που επιθυμούσαν και τον παρέδιδαν στα γραφεία εκμετάλλευσης.
Οι διαθέσιμες κόπιες ήταν περιορισμένες και η ζήτηση μεγάλη σε ολόκληρη την Ελλάδα. Κάθε ταινία έπρεπε, λοιπόν, να κλείνεται εγκαίρως και να φτάνει στη Νέα Μάκρη την κατάλληλη ημέρα.
Φιστίκια, πασατέμπος και πορτοκαλάδες
Αναπόσπαστο κομμάτι της εμπειρίας ήταν οι μικροπωλητές και τα κεράσματα του διαλείμματος.
Τα πρώτα χρόνια, παιδιά πουλούσαν φιστίκια, πασατέμπο και πορτοκαλάδες ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων. Αργότερα δημιουργήθηκε κανονικό μπαρ, ενώ προστέθηκαν και σουβλάκια.
Ο χώρος παρασκευής τους νοικιαζόταν σε επαγγελματίες της περιοχής. Ανάμεσά τους ήταν ο Ανδρέας, γνωστός με το προσωνύμιο «Τζίτζικας», ο οποίος είχε νοικιάσει και την ταβέρνα του Αράπη.
Το τέλος μιας εποχής
Το «Σινέ Μάκρη» παρέμεινε ανοιχτό μέχρι το 1972. Η εξάπλωση της τηλεόρασης είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει ριζικά τις συνήθειες ψυχαγωγίας των οικογενειών και να περιορίζει το κοινό των κινηματογραφικών αιθουσών.
Μετά το κλείσιμο, τα μηχανήματα μεταφέρθηκαν στα Σπάτα, όπου ο Κώστας Κεπέσης συνέχισε να εργάζεται ως μηχανικός κινηματογράφου.
Μπορεί το θερινό σινεμά να έπαψε να λειτουργεί, όμως παρέμεινε ζωντανό στη μνήμη των κατοίκων. Ήταν ένας χώρος στον οποίο δεν προβάλλονταν απλώς ταινίες. Εκεί συναντιόταν η τοπική κοινωνία, γεννιούνταν παρέες και ολόκληρες οικογένειες μοιράζονταν ιστορίες κάτω από τα αστέρια.
Πηγή: Ομάδα «Φίλοι Μάκρη–Λιβίσι–Ν. Μάκρη»
































