Για τη δολοφονία του 52χρονου συντρόφου της δικάζεται μια 51χρονη γυναίκα στο Λονδίνο, η οποία κατηγορείται ότι τον μαχαίρωσε μέσα στο διαμέρισμά τους και άφησε τη σορό του στην κρεβατοκάμαρα για διάστημα έως και εννέα ημερών.
Η Τζοάνα Τσερπκά αρνείται ότι διέπραξε δολοφονία, έχει όμως δηλώσει ένοχη για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Η εισαγγελία δεν αποδέχεται τη δήλωσή της και υποστηρίζει ότι πρέπει να καταδικαστεί για τη βαρύτερη κατηγορία.
Θύμα είναι ο Χένρικ Σλοτσάα, τραπεζικός υπάλληλος με καταγωγή από τη Δανία, ο οποίος εργαζόταν στη Citibank στο Canary Wharf.
Πώς αποκαλύφθηκε το έγκλημα
Οι αστυνομικοί έφτασαν στις 15 Μαρτίου στο διαμέρισμα του ζευγαριού, στην περιοχή Newington Causeway του Elephant and Castle, έπειτα από ανησυχίες συγγενών και φίλων για την κατάσταση της 51χρονης.
Σύμφωνα με όσα κατατέθηκαν στο δικαστήριο, η γυναίκα είχε στείλει μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εκφράζοντας πρόθεση να βλάψει τον εαυτό της.
Μετά την είσοδό τους στο σπίτι, οι αστυνομικοί εντόπισαν τη σορό του 52χρονου στην κρεβατοκάμαρα. Οι ιατροδικαστές κατέγραψαν 14 τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο.
Η κατηγορούμενη μεταφέρθηκε τραυματισμένη στο νοσοκομείο. Εκεί, σύμφωνα με την εισαγγελική αρχή, φέρεται να είπε σε εργαζόμενο ότι είχε σκοτώσει τον σύντροφό της.
Το κρίσιμο ερώτημα της δίκης
Ο εισαγγελέας Ντάνι Ρόμπινσον ανέφερε στους ενόρκους ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι εάν η 51χρονη προκάλεσε τον θάνατο του Σλοτσάα, αλλά εάν η ψυχική της κατάσταση περιόριζε την ποινική της ευθύνη κατά τον χρόνο του εγκλήματος.
Η υπεράσπιση ζητεί να γίνει δεκτή η παραδοχή της για ανθρωποκτονία, ενώ η κατηγορούσα αρχή υποστηρίζει ότι τα στοιχεία θεμελιώνουν την κατηγορία της δολοφονίας.
Η κρίση στη σχέση τους
Σύμφωνα με μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν στη δίκη, η σχέση του ζευγαριού αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Ο 52χρονος φέρεται να είχε πει στην κατηγορούμενη ότι δεν την αγαπούσε πλέον και ότι είχε γνωρίσει άλλη γυναίκα στη δουλειά του.
Η συνάδελφός του κατέθεσε ότι είχε συναντηθεί αρκετές φορές μαζί του για γεύμα και ότι αντάλλαζαν μηνύματα. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι δεν επιθυμούσε να ξεκινήσει σχέση μαζί του.
Η επικοινωνία μέσω του τηλεφώνου του 52χρονου συνεχίστηκε για ορισμένες ημέρες. Η εισαγγελία εξετάζει το ενδεχόμενο κάποια από τα τελευταία μηνύματα να μην είχαν αποσταλεί από τον ίδιο, καθώς εκτιμά ότι ενδέχεται να ήταν ήδη νεκρός.
Συνάδελφοί του είχαν αρχίσει να ανησυχούν όταν εκείνος δεν εμφανίστηκε στην εργασία του και δεν απαντούσε στις προσπάθειες επικοινωνίας.
Η δίκη συνεχίζεται και το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν η κατηγορούμενη είναι ένοχη για δολοφονία ή για το ηπιότερο αδίκημα της ανθρωποκτονίας.






























