Το πρωί της 26ης Σεπτεμβρίου 1989, ο Παύλος Μπακογιάννης έφτασε στο γραφείο του στην οδό Ομήρου, στο Κολωνάκι. Ένοπλοι της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη» τον πυροβόλησαν στην είσοδο. Ήταν 54 ετών. Τριάντα επτά χρόνια αργότερα, η δολοφονία του παραμένει ένα από τα βαρύτερα γεγονότα της πολιτικής ιστορίας της Μεταπολίτευσης.
Γεννημένος το 1935 στα Βελωτά Ευρυτανίας, ο Μπακογιάννης σπούδασε πολιτικές επιστήμες και συνέχισε την ακαδημαϊκή του πορεία στη Γερμανία. Στα χρόνια της δικτατορίας διηύθυνε το ελληνόφωνο πρόγραμμα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, από το οποίο υπερασπίστηκε τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μετά την πτώση της χούντας δραστηριοποιήθηκε στη δημοσιογραφία και αργότερα στην πολιτική. Τον Ιούνιο του 1989 εξελέγη βουλευτής Ευρυτανίας με τη Νέα Δημοκρατία.
Στη σύντομη κοινοβουλευτική του θητεία εργάστηκε για την υπέρβαση των διχασμών που είχε αφήσει ο Εμφύλιος. Συνέβαλε στις διεργασίες για την κυβέρνηση συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας και Συνασπισμού, ενώ εισηγήθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο για την άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου. Η επιλογή του διαλόγου ανάμεσα σε αντίπαλες παρατάξεις ήταν κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του δράσης.
Η «17 Νοέμβρη» ανέλαβε την ευθύνη της δολοφονίας. Ο θάνατός του συγκλόνισε τον πολιτικό κόσμο και άφησε βαθύ τραύμα στην οικογένειά του. Το 2024 η Βουλή έδωσε το όνομά του στην αίθουσα 168 του Κοινοβουλίου, τιμώντας τη μνήμη και την κοινοβουλευτική του παρακαταθήκη.































