Χρειάζεται να τα λέμε όλα στον σύντροφό μας;
«Εμείς τα λέμε όλα μεταξύ μας.»
Συνήθως το ακούμε σαν ένδειξη μιας πολύ καλής σχέσης. Σαν απόδειξη εμπιστοσύνης, οικειότητας και ειλικρίνειας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα να κρύψουν ο ένας από τον άλλον.
Ακούγεται όμορφο.
Μόνο που το «όλα» είναι μια πολύ μεγάλη λέξη.
Χρειάζεται πράγματι ο άνθρωπος με τον οποίο μοιραζόμαστε τη ζωή μας να γνωρίζει κάθε σκέψη που περνά από το μυαλό μας, κάθε συζήτηση που κάναμε με έναν φίλο, κάθε ανάμνηση που επιστρέφει από το παρελθόν, κάθε αμφιβολία ή φαντασίωση που μπορεί να εμφανιστεί κάποια στιγμή μέσα μας;
Και αν δεν τα μοιραζόμαστε όλα αυτά, σημαίνει ότι κάτι κρύβουμε;
Ίσως βοηθά να θυμηθούμε ότι ακόμη και μέσα στην πιο στενή σχέση εξακολουθούν να υπάρχουν δύο ξεχωριστοί άνθρωποι. Η συντροφικότητα δημιουργεί έναν κοινό χώρο, μια κοινή ιστορία και συχνά μια ολόκληρη κοινή ζωή. Δεν εξαφανίζει όμως τον προσωπικό εσωτερικό κόσμο του καθενός.
Υπάρχουν σκέψεις που μπορεί να χρειάζονται χρόνο πριν ειπωθούν. Συναισθήματα που ακόμη προσπαθούμε να καταλάβουμε. Αναμνήσεις που ανήκουν στη δική μας ιστορία. Συζητήσεις που ένας φίλος μάς εμπιστεύτηκε και δεν έχουμε δικαίωμα να μεταφέρουμε. Μερικές φορές υπάρχει ακόμη και η απλή ανάγκη να κρατήσουμε κάτι για λίγο μόνο για εμάς.
Η ιδιωτικότητα δεν είναι απαραίτητα εχθρός της οικειότητας.
Μπορεί να αποτελεί μέρος της.
Το δύσκολο είναι ότι η γραμμή ανάμεσα στην ιδιωτικότητα και στη μυστικότητα δεν είναι πάντοτε καθαρή.
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος συναντά τυχαία έναν παλιό του σύντροφο, ανταλλάσσουν μερικές κουβέντες και δεν το αναφέρει όταν επιστρέφει στο σπίτι. Είναι αυτό προσωπικός χώρος ή απόκρυψη; Αν ένας άνθρωπος συζητά με έναν φίλο του για μια δυσκολία της σχέσης του πριν αισθανθεί έτοιμος να τη συζητήσει με τον σύντροφό του, παραβιάζει άραγε την εμπιστοσύνη μεταξύ τους; Αν πάλι διατηρεί συστηματικά μια επικοινωνία που γνωρίζει ότι θα επηρέαζε ουσιαστικά τον άλλον αν την ανακάλυπτε, μιλάμε ακόμη για ιδιωτικότητα;
Δεν υπάρχει ένας κανόνας που να απαντά σε όλες αυτές τις περιπτώσεις.
Υπάρχει όμως μια ερώτηση που μπορεί να μας βοηθήσει: τι θα άλλαζε στη σχέση μας αν ο άλλος γνώριζε αυτό που επιλέγουμε να μην του πούμε;
Αν η απάντηση είναι «σχεδόν τίποτα», πιθανότατα βρισκόμαστε μέσα στον φυσικό προσωπικό χώρο που κάθε άνθρωπος δικαιούται να έχει. Αν όμως γνωρίζουμε ότι η πληροφορία θα άλλαζε σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο ο σύντροφός μας αντιλαμβάνεται μια κατάσταση, μια συμφωνία ή ακόμη και τη σχέση την ίδια, τότε τα πράγματα γίνονται διαφορετικά.
Η ειλικρίνεια δεν αφορά μόνο το αν αυτά που λέμε είναι αληθινά. Αφορά κάποιες φορές και το αν αποκρύπτουμε κάτι που ο άλλος εύλογα θα θεωρούσε σημαντικό για τη μεταξύ μας σχέση.
Από την άλλη πλευρά, η απαίτηση για απόλυτη διαφάνεια μπορεί να γίνει εξίσου προβληματική.
«Αφού είμαστε μαζί, γιατί δεν μπορώ να δω το κινητό σου;»
«Γιατί χρειάζεσαι να μιλήσεις με έναν φίλο σου για κάτι που δεν λες σε εμένα;»
«Αν δεν έχεις κάτι να κρύψεις, γιατί σε ενοχλεί να ξέρω;»
Τέτοιες ερωτήσεις μπορεί να ξεκινούν από ανασφάλεια και φόβο απώλειας. Όταν όμως η εμπιστοσύνη αρχίζει να στηρίζεται στην πρόσβαση σε κάθε μήνυμα, κάθε σκέψη και κάθε κίνηση του άλλου, η σχέση κινδυνεύει να μετατραπεί σταδιακά σε χώρο επιτήρησης.
Η εμπιστοσύνη δεν δημιουργείται επειδή έχουμε όλες τις πληροφορίες.
Δημιουργείται επειδή μέσα από την εμπειρία της σχέσης πιστεύουμε ότι ο άλλος θα προστατεύσει όσα έχουμε συμφωνήσει πως είναι σημαντικά για εμάς.
Φυσικά, αυτές οι συμφωνίες δεν είναι ίδιες για όλα τα ζευγάρια. Κάποιοι άνθρωποι αισθάνονται άνετα με πολύ μεγάλη διαφάνεια, άλλοι χρειάζονται περισσότερο προσωπικό χώρο. Αυτό που για ένα ζευγάρι θεωρείται αυτονόητο μπορεί για ένα άλλο να χρειάζεται συζήτηση.
Γι’ αυτό ίσως είναι πιο χρήσιμο να μιλάμε για τα όρια της σχέσης μας παρά να υποθέτουμε ότι τα γνωρίζουμε.
Τι θεωρούμε σημαντικό να μοιραζόμαστε; Τι σημαίνει για εμάς ιδιωτικότητα; Ποιες επαφές με άλλους ανθρώπους θα θέλαμε να γνωρίζει ο σύντροφός μας; Υπάρχουν πράγματα που ο ένας θεωρεί προσωπικά ενώ ο άλλος τα βιώνει ως απόκρυψη;
Αυτές οι συζητήσεις μπορεί να μην είναι πάντοτε εύκολες, αλλά συχνά προλαμβάνουν πολύ μεγαλύτερες παρεξηγήσεις.
Υπάρχει, βέβαια, και κάτι ακόμη πιο προσωπικό. Μερικές φορές αποφεύγουμε να μοιραστούμε κάτι επειδή ακόμη δεν έχουμε βρει τις λέξεις. Χρειαζόμαστε λίγο χρόνο για να καταλάβουμε τι αισθανόμαστε πριν το φέρουμε στη σχέση.
Αυτός ο χρόνος μπορεί να είναι πολύτιμος.
Δεν χρειάζεται κάθε σκέψη που γεννιέται μέσα μας να μεταφέρεται αμέσως στον άλλον. Οι σκέψεις αλλάζουν, τα συναισθήματα μετακινούνται και ορισμένες εσωτερικές διεργασίες χρειάζονται λίγη σιωπή πριν μπορέσουμε να τις καταλάβουμε.
Η ουσιαστική οικειότητα ίσως δεν βρίσκεται στο να γνωρίζουμε τα πάντα ο ένας για τον άλλον.
Βρίσκεται περισσότερο στην αίσθηση ότι μπορούμε να μιλήσουμε για όσα πραγματικά αφορούν τη σχέση μας, ακόμη κι όταν είναι δύσκολα, και ταυτόχρονα να σεβόμαστε ότι ο άνθρωπος που αγαπάμε εξακολουθεί να έχει έναν εσωτερικό χώρο που του ανήκει.
Δύο άνθρωποι μπορούν να είναι πολύ κοντά χωρίς να γίνουν ένας.
Και ίσως μια σχέση χρειάζεται ακριβώς αυτή την ισορροπία: έναν κοινό τόπο αρκετά ασφαλή ώστε να χωρά την αλήθεια και αρκετά ευρύχωρο ώστε να χωρά δύο ξεχωριστούς ανθρώπους.
Γράφει ο Ψυχολόγος – Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας































