Τραπεζικοί λογαριασμοί στην Ελλάδα περιλαμβάνονται στους προορισμούς των εμβασμάτων που συνδέει η ομοσπονδιακή εισαγγελία της Νέας Υόρκης με διεθνή υπόθεση απάτης μέσω τεχνητής νοημοσύνης. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, που δημοσιοποιήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 2026, επιχειρήσεις σε διάφορες χώρες φέρονται να έχασαν συνολικά πάνω από 129 εκατομμύρια δολάρια την περίοδο 2024–2026.
Πώς λειτουργούσε η απάτη
Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, μέλη της ομάδας επικοινωνούσαν με εργαζομένους εταιρειών παριστάνοντας τους διευθύνοντες συμβούλους τους. Σε τηλεφωνικές κλήσεις ή βιντεοκλήσεις χρησιμοποιούσαν τεχνητή νοημοσύνη για να μιμηθούν τη φωνή τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την εικόνα τους. Ζητούσαν βοήθεια για μια δήθεν εμπιστευτική συναλλαγή και παρέπεμπαν τους εργαζομένους σε υποτιθέμενους δικηγόρους μεγάλων διεθνών γραφείων.
Τους ρόλους των δικηγόρων αναλάμβαναν άλλα μέλη της ίδιας ομάδας, σύμφωνα με το κατηγορητήριο. Εκείνα έδιναν την τελική εντολή για το έμβασμα και υπεδείκνυαν λογαριασμό που φέρονται να έλεγχαν μέλη της ομάδας.
Πού κατέληγαν τα χρήματα
Εκτός από την Ελλάδα, η εισαγγελία αναφέρει τραπεζικούς λογαριασμούς στις ΗΠΑ, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στη Σιγκαπούρη, στην Αυστρία, στη Σλοβακία και στην Κίνα. Μετά τις μεταφορές, τα χρήματα φέρονται να μετατρέπονταν σε κρυπτονομίσματα, με σκοπό να αποκρυφθεί η προέλευσή τους και ποιος τα έλεγχε.
Μεταξύ των επιχειρήσεων που φέρονται να εξαπατήθηκαν είναι μια βρετανική εταιρεία χρηματοοικονομικής τεχνολογίας, με απώλειες περίπου 11,6 εκατ. δολαρίων, ένα νοσοκομειακό δίκτυο στο Μιζούρι, με περίπου 4,8 εκατ. δολάρια, και μια τράπεζα στο Ρόουντ Άιλαντ, με περίπου 2,7 εκατ. δολάρια.
Οι συλλήψεις και οι κατηγορίες
Οι Τζέικομπ Σόαλ (Jacob Soall) και Σάρον Χαζάν (Sharon Hazan) συνελήφθησαν στην Ισπανία, ενώ ο Γκάι Σίτριτ (Guy Sheetrit) συνελήφθη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για απάτη, κλοπή ταυτότητας και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Τα αιτήματα έκδοσής τους στις ΗΠΑ εκκρεμούν. Οι τρεις κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι έως ότου αποδειχθεί η ενοχή τους.































