Αναστάτωση προκαλούν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση οι διατάξεις του νέου Κώδικα που αλλάζουν το πλαίσιο για αιρετούς οι οποίοι είναι ταυτόχρονα δημόσιοι υπάλληλοι, γιατροί του ΕΣΥ ή ένστολοι. Η ΚΕΔΕ αντιδρά έντονα, κάνοντας λόγο για αλλαγή των κανόνων στη μέση της αυτοδιοικητικής θητείας και θέτοντας ζήτημα συνταγματικότητας.
Το ζήτημα αφορά κυρίως δημάρχους και αντιδημάρχους που υπηρετούν παράλληλα στο Δημόσιο, στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφαλείας ή στο Λιμενικό. Σύμφωνα με την εγκύκλιο του υπουργείου Εσωτερικών για την καταστατική θέση των αιρετών, για τις συγκεκριμένες κατηγορίες προβλέπεται αυτοδίκαιη αναστολή του δημόσιου λειτουργήματος ή των υπαλληλικών καθηκόντων κατά τη διάρκεια της θητείας τους.
Στην πράξη, οι αιρετοί αυτοί καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στη συνέχιση της επαγγελματικής τους μισθοδοσίας και στην αντιμισθία που συνδέεται με το αυτοδιοικητικό αξίωμα. Η ρύθμιση αγγίζει κυρίως αντιδημάρχους, καθώς ο νέος Κώδικας αλλάζει το καθεστώς των αντιμισθιών και επηρεάζει ακόμη και περιπτώσεις που έως τώρα λειτουργούσαν ως άμισθες θέσεις.
Ιδιαίτερη ένταση προκαλεί το γεγονός ότι οι αλλαγές εφαρμόζονται άμεσα και όχι από την επόμενη αυτοδιοικητική περίοδο. Η εγκύκλιος του υπουργείου Εσωτερικών θέτει προθεσμίες για δηλώσεις επιλογής, γεγονός που αιφνιδίασε αρκετούς δήμους και αιρετούς. Για την ΚΕΔΕ, το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά θεσμικό: οι κανόνες, όπως υποστηρίζουν οι δήμαρχοι, αλλάζουν ενώ η θητεία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ, Λάζαρος Κυρίζογλου, άσκησε κριτική στις νέες προβλέψεις, υποστηρίζοντας ότι δημιουργούν αντισυνταγματικές ανατροπές και ότι η Αυτοδιοίκηση βρέθηκε μπροστά σε τετελεσμένα μετά την ψήφιση του Κώδικα και την έκδοση των σχετικών εγκυκλίων. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, στη συνεδρίαση της ΚΕΔΕ διατυπώθηκαν σοβαρές ενστάσεις για το πώς εμφανίστηκε και πώς εφαρμόζεται το νέο πλαίσιο.
Οι αντιδράσεις είναι εντονότερες για γιατρούς του ΕΣΥ και στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων που υπηρετούν ως αντιδήμαρχοι. Σε αρκετές περιπτώσεις, η αντιμισθία της αντιδημαρχίας είναι χαμηλότερη από τον μισθό που λαμβάνουν από την κύρια εργασία τους. Αυτό σημαίνει ότι πολλοί ενδέχεται να επιλέξουν την επιστροφή στο επάγγελμά τους, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε παραιτήσεις από αυτοδιοικητικές θέσεις.
Αντίστοιχο ζήτημα τίθεται και στις Περιφέρειες, καθώς το πλαίσιο αφορά περιφερειάρχες, αναπληρωτές περιφερειάρχες και αντιπεριφερειάρχες. Έτσι, το θέμα δεν περιορίζεται στους δήμους, αλλά ανοίγει συνολική συζήτηση για τη σχέση αιρετού αξιώματος και επαγγελματικής ιδιότητας στον δημόσιο τομέα.
Από την πλευρά του υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, εξετάζονται διορθωτικές ή μεταβατικές ρυθμίσεις, ώστε να μειωθούν οι επιπτώσεις και να αποσαφηνιστεί το καθεστώς. Στο τραπέζι φέρεται να βρίσκεται η δυνατότητα ορισμένων θέσεων αντιδημάρχων να παραμείνουν άμισθες, καθώς και η πρόβλεψη για αντιμισθία αντίστοιχη με τις αποδοχές που θα λάμβαναν οι αιρετοί από τη δημόσια θέση τους.
Το θέμα, πάντως, έχει ήδη ανοίξει μέτωπο ανάμεσα στην κυβέρνηση και την Αυτοδιοίκηση. Οι δήμαρχοι υποστηρίζουν ότι τέτοιες αλλαγές δεν μπορούν να εφαρμόζονται αιφνιδιαστικά, ειδικά όταν επηρεάζουν την οργανωτική λειτουργία των δήμων και τη σύνθεση των διοικήσεών τους.
Η ουσία είναι απλή και καθόλου θεωρητική: αν ένας αντιδήμαρχος πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στο επάγγελμά του και στο αξίωμά του, τότε αρκετοί δήμοι μπορεί να βρεθούν ξαφνικά με κενά στη διοίκηση. Και στην Αυτοδιοίκηση, όπου τα προβλήματα τρέχουν καθημερινά, τα κενά δεν μένουν ποτέ στα χαρτιά· φαίνονται αμέσως στην πόλη.


































