Για εκατομμύρια ανθρώπους, η κατάθλιψη επηρεάζει πολύ περισσότερα από τη διάθεση: τον ύπνο, την ενέργεια, τις σχέσεις και τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στην καθημερινότητα. Τα αντικαταθλιπτικά αποτελούν σημαντικό θεραπευτικό μέσο, όμως η επιλογή της κατάλληλης αντιμετώπισης διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Στη συνέντευξή της στο ET Magazine, η ψυχολόγος Δρ Ευαγγελία Γκιόλια υπογραμμίζει ότι η κατανόηση της κατάθλιψης χρειάζεται να περιλαμβάνει τόσο τη βιολογία όσο και τις εμπειρίες, τις σχέσεις και τις συνθήκες ζωής του ανθρώπου.
Γιατί δεν αρκεί η «χημική ανισορροπία»
Η περιγραφή της κατάθλιψης ως μιας απλής «χημικής ανισορροπίας» δεν αποδίδει την πολυπλοκότητά της. Όπως επισημαίνει η ειδικός, βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες μπορούν να αλληλεπιδρούν διαφορετικά σε κάθε περίπτωση. Ούτε μια δύσκολη εμπειρία ούτε ένας συγκεκριμένος τρόπος σκέψης εξηγούν από μόνοι τους όλες τις περιπτώσεις.
Χρειάζεται, επίσης, να διακρίνουμε δύο διαφορετικά ερωτήματα: πώς δρα ένα φάρμακο και τι προκαλεί την πάθηση για την οποία χορηγείται. Τα αντικαταθλιπτικά επηρεάζουν τη λειτουργία χημικών αγγελιοφόρων του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη διάθεση και το στρες. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι η κατάθλιψη οφείλεται αποκλειστικά στην έλλειψη μιας συγκεκριμένης ουσίας.
Η επιστημονική αβεβαιότητα γύρω από την πλήρη εξήγηση της κατάθλιψης δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες. Σημαίνει ότι η θεραπευτική απόφαση χρειάζεται να βασίζεται στα διαθέσιμα δεδομένα και στις ανάγκες του συγκεκριμένου ασθενούς.
Τα αντικαταθλιπτικά δεν έχουν την ίδια επίδραση σε όλους
Η ανταπόκριση στη φαρμακευτική αγωγή ποικίλλει. Μπορεί να απαιτηθούν προσαρμογές μέχρι να βρεθεί η επιλογή που προσφέρει το μεγαλύτερο όφελος με τις λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ, τα συνήθη αντικαταθλιπτικά χρειάζονται συνήθως τέσσερις έως οκτώ εβδομάδες για να δράσουν, ενώ ο ύπνος ή η συγκέντρωση ενδέχεται να βελτιωθούν πριν από τη διάθεση.
Η παρακολούθηση είναι ουσιαστικό μέρος της θεραπείας. Η αποτελεσματικότητα, οι παρενέργειες και τυχόν επιδείνωση χρειάζεται να συζητούνται με τον θεράποντα γιατρό. Η διακοπή της αγωγής πρέπει να γίνεται με ιατρική καθοδήγηση και, όταν απαιτείται, σταδιακή μείωση της δόσης.
Ο ρόλος της ψυχοθεραπείας
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να αναγνωρίσει επιβαρυντικά μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς, να διαχειριστεί δυσκολίες και να βελτιώσει τις σχέσεις του. Τεκμηριωμένες προσεγγίσεις περιλαμβάνουν τη γνωσιακή συμπεριφορική και τη διαπροσωπική θεραπεία.
Η επιλογή ανάμεσα σε ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή ή συνδυασμό τους εξαρτάται από τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, το ιστορικό, τις προτιμήσεις και την κλινική αξιολόγηση. Σε ηπιότερες περιπτώσεις μπορεί να προηγείται η ψυχοθεραπεία, ενώ σε μέτρια ή σοβαρή κατάθλιψη η φαρμακευτική αγωγή συχνά περιλαμβάνεται εξαρχής στο θεραπευτικό σχέδιο.
Κατανόηση αντί για πίεση
Στο επίκεντρο της συνέντευξης της Δρ Γκιόλια βρίσκεται και η στάση του περιβάλλοντος. Η κατάθλιψη δεν αποτελεί αδυναμία χαρακτήρα ή έλλειψη προσπάθειας. Προτροπές όπως «σκέψου θετικά» και «προσπάθησε περισσότερο» μπορούν να προσθέσουν βάρος σε έναν άνθρωπο που ήδη δυσκολεύεται.
Αυτό που χρειάζεται είναι να ακουστεί χωρίς να κριθεί, να έχει πρόσβαση σε κατάλληλη φροντίδα και να υποστηριχθεί στις καθημερινές δυσκολίες του. Η ανακούφιση των συμπτωμάτων και η φροντίδα των σχέσεων και των συνθηκών ζωής μπορούν να αποτελούν μέρη της ίδιας θεραπευτικής πορείας.
Όπως συνοψίζει η ψυχολόγος: «Δεν αντιμετωπίζουμε μόνο τα συμπτώματα, φροντίζουμε έναν άνθρωπο στο σύνολό του».































