Δεν ξέρω αν η Nayyirah Waheed θα συμφωνούσε με την παράφραση του στίχου της – εκείνη μιλά για τις γυναίκες μέσα μας που είναι κουρασμένες. Ωστόσο, αν κανείς ανοίξει το κάδρο και κοιτάξει τους εργαζόμενους στην Ελλάδα σήμερα, μάλλον θα δει πως οι περισσότεροι άνθρωποι κουβαλάμε μέσα μας εξαντλημένους ανθρώπους. Με τους σκληρούς οικονομικούς δείκτες να ανθίζουν και το βιοτικό μας επίπεδο να μαραζώνει, ο καθένας μας έχει μέσα του ταυτόχρονα έναν εξαντλημένο εργαζόμενο, έναν αποκαμωμένο γονιό, ένα παιδί που σηκώνει το βάρος της φροντίδας των ηλικιωμένων γονιών του. Σαν να παίζουμε σε ένα παιχνίδι που κάθε πίστα είναι δυσκολότερη κι η ανταμοιβή γίνεται όλο και μικρότερη. Κι έτσι, καθόλου τυχαία, η λέξη burnout μπαίνει όλο και περισσότερο στις ζωές μας.
Τα ερευνητικά δεδομένα για την ψυχική υγεία των εργαζομένων είναι ανησυχητικά. Ενδεικτικά, αναφέρουμε την έρευνα της ΕΥ Ελλάδος, της Hellas EAP και του Εργαστηρίου Πειραματικής Ψυχολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών που πραγματοποιήθηκε το 2025, σε ένα δείγμα 4.457 εργαζόμενων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Οι ερευνητές, που πραγματοποίησαν την ίδια έρευνα και εν μέσω πανδημίας το 2021, αλλά και το 2023, βρήκαν πως «η κρίση στην ψυχική υγεία των εργαζόμενων στην Ελλάδα, δεν ήταν παροδική, αλλά έχει βαθύτερα αίτια και μονιμότερο χαρακτήρα», ενώ κατέγραψαν ιδιαίτερα αυξημένα συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους και θυμού.
«Το 2023 ξεκίνησα την δεύτερη δουλειά. Τα χρήματα από την πρωινή μου εργασία δεν έφταναν για να βγει ο μήνας. Δούλευα ένα 8ωρο και στη συνέχεια άλλο ένα 4ωρο, αν συνυπολογίσεις και τις διαδρομές, ένα γεμάτο 14ωρο. Αν σε αυτό αθροίσεις και τις ώρες που μου έτρωγαν οι δουλειές του σπιτιού, κοιμόμουν ένα 4ωρο την ημέρα. Όταν κοιμόμουν δηλαδή γιατί πολύ γρήγορα ξεκίνησαν οι αυπνίες». Αυτό ήταν το πρώτο από μια σειρά συμπτώματα που αντιμετώπισε η 50χρονη σήμερα Γιώτα – πολύ γρήγορα ήρθαν κι οι επίμονοι πονοκέφαλοι, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, οι πόνοι στον αυχένα και την μέση. Κάθε ένα από αυτά το αντιμετώπιζε ξεχωριστά -σαν μια σωματική ενόχληση που έπρεπε να «διορθωθεί». Μέχρι που εκτός από το σώμα που διαλυόταν, άρχισε να ξεστρατίζει και το μυαλό της.
«Έβαζα τα κλάματα στο σούπερ μάρκετ με άσχετες αφορμές. Είχα γίνει υπερευαίσθητη στην απειροελάχιστη κριτική. Έκανα καταστροφικές σκέψεις – πχ ότι θα κοπεί το σύρμα του ασανσέρ και θα πέσω στο κενό ή ότι θα ο γάτος μου θα πέσει από το μπαλκόνι. Δεν συνέδεα όλα αυτά με την εξάντληση, μέχρι που ο παθολόγος μου είπε πως έχω πια καεί από τη δουλειά, έχω burnout», θυμάται η Γιώτα. Γρήγορα ανακάλυψε πως δεν ήταν μόνη σε αυτή τη διακεκαυμένη ζώνη – 55% των εργαζομένων σε έρευνα του 2025 δήλωσαν πως βιώνουν επαγγελματική εξουθένωση.
Στην αυστηρή σύσταση του οικογενειακού γιατρού να σκεφτεί τι κάνει με τη ζωή της, η Γιώτα αντέδρασε ζητώντας κάποιο αγχολυτικό. «Ευτυχώς αρνήθηκε να μου συνταγογραφήσει το οτιδήποτε και με παρέπεμψε σε ψυχολόγο. Λίγους μήνες αφού ξεκίνησα ψυχοθεραπεία, αναγκάστηκα να παραδεχτώ στον ίδιο μου τον εαυτό ότι απαιτείται να κάνω ριζικές αλλαγές, ότι απαιτείται να ξαναβρώ το δικό μου νόημα. Παραμένω οικονομικά πιεσμένη ωστόσο, τουλάχιστον, δεν πατάω κάτω τον εαυτό μου, θυμάμαι να με φροντίζω».
Τι είναι όμως το περίφημο burnout, που τσουρουφλίζει τις ζωές μας; Και γιατί θα το πάθουμε όλοι σε κάποια στιγμή του εργασιακού μας βίου, όπως υποστηρίζει ο Ειδικός Γιατρός Εργασίας, Βασίλης Δρακόπουλος; Ο διδάκτωρ του ΕΚΠΑ και Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ιατρικής της Εργασίας και Περιβάλλοντος είναι κατηγορηματικός: «Στην Ελλάδα δεν υπάρχει καμία διάγνωση του συνδρόμου «burnout», όπως δεν υπάρχει και καμία διάγνωση ή αναγγελία ή αναγνώριση καμίας επαγγελματικής ασθένειας. Στον τομέα αυτό η χώρα μας στους Ευρωπαϊκούς (OSHA) και Διεθνείς Οργανισμούς (ILO), στους οποίους δεν δίνει -για τι δεν έχει- κανένα στοιχείο, εμφανίζει εικόνα τριτοκοσμικής χώρας».
«Το «burnout», σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, προκύπτει αποκλειστικά από το χρόνιο εργασιακό στρες που δεν έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά», λέει ο Δρακόπουλος. «Τα συμπτώματα στην αρχή είναι μη ειδικά, με την πάροδο του χρόνου ωστόσο γίνονται όλο και πιο εμφανή και αναγνωρίσιμα. Τα πιο συχνά αφορούν σωματικές ή ψυχοσωματικές διαταραχές».
Όπως εξηγεί ο γιατρός, η επαγγελματική εξουθένωση είναι ένα ευρέως διαδεδομένο και ανησυχητικά αυξανόμενο φαινόμενο:
Όλα τα επαγγέλματα πλήττονται, με λίγο μεγαλύτερη επίπτωση στα επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών όπως η υγειονομική περίθαλψη (γιατροί, νοσηλευτικό και βοηθητικό προσωπικό), η Δημόσια Διοίκηση, και το εμπόριο.
Οι γυναίκες είναι πιο εκτεθειμένες από τους άνδρες, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται και στις επιπλέον υποχρεώσεις τους στο σπίτι.
Ορισμένοι ειδικοί στον τομέα υποστηρίζουν ότι η προχωρημένη ηλικία είναι ένας από τους κύριους παράγοντες κινδύνου για επαγγελματική εξουθένωση. Άλλοι πιστεύουν, ωστόσο, ότι τα συμπτώματα είναι πιο συχνά στους νέους, των οποίων οι προσδοκίες διαψεύδονται και συνθλίβονται στη σύγχρονη εργασιακή πραγματικότητα.
«Είναι το σύνδρομο που θα πάθουμε όλοι οι εργαζόμενοι αν συνεχιστούν αυτές οι εργασιακές πρακτικές και πολιτικές οι οποίες μετατρέπουν την εργασία από δημιουργική και εξελικτική διαδικασία σε μηχανισμό μεγιστοποίησης της κερδοφορίας με το ελάχιστο δυνατό κόστος», προειδοποιεί ο Δρακόπουλος. «Τα γενεσιουργά αίτια είναι πολλά και πολύπλοκα: η επικρατούσα αναξιοκρατία, η μείωση των μισθών και η εξαθλίωση των εργαζομένων, οι επισφαλείς συνθήκες εργασίας, τα εξοντωτικά ωράρια, η υποβάθμιση της δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης, η αποδυνάμωση και «ιδιωτικοποίηση» των ελεγκτικών μηχανισμών της Πολιτείας για την προστασία της εργασιακής τους υγείας, εντέλει ο ίδιος ο τρόπος λειτουργίας μιας ανεξέλεγκτης αγοράς εργασίας».
































