Διεθνή έκκληση απευθύνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) για την προστασία της ανθρώπινης ζωής από την κλιματική κρίση, μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης του «Lancet» για το 2025 με τίτλο «Αντίστροφη μέτρηση για την υγεία και την κλιματική αλλαγή».
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η υποτίμηση των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης και η μη λήψη μέτρων για την προσαρμογή στα νέα δεδομένα συνοδεύονται από ένα καταστροφικό φορτίο στην υγεία και την απώλεια έως και 10 εκατ. ζωών ετησίως. Η έκθεση με πρωτότυπο τίτλο «Lancet Countdown on Health and Climate Change» αποτελεί μια ετήσια, πολυεπιστημονική διεθνή συνεργασία που παρακολουθεί την εξέλιξη του προφίλ υγείας της κλιματικής αλλαγής. Επιπλέον, παρέχει ανεξάρτητη αξιολόγηση της προόδου που έχουν σημειώσει οι κυβερνήσεις στην υλοποίηση των δεσμεύσεών τους σύμφωνα με τη Συμφωνία του Παρισιού και προσφέρει δεδομένα και συστάσεις για να διασφαλίσει ότι η υγεία βρίσκεται στο επίκεντρο της ανταπόκρισης στην κλιματική αλλαγή.
Η έκθεση για το 2025, που δημιουργήθηκε από το βρετανικό πανεπιστήμιο University College London, σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, φανερώνει πως 12 από τους 20 κρίσιμους δείκτες υγείας έχουν αγγίξει επίπεδα ρεκόρ – γεγονός που υποδηλώνει ότι η αδράνεια στα θέματα της κλιματικής αλλαγής έχει βαρύ κόστος, ενώ παράλληλα δοκιμάζει τα συστήματα υγείας, φέρνοντάς τα στα όριά τους, και υπονομεύει τις εθνικές οικονομίες.
«Η κλιματική κρίση είναι κρίση υγείας και για κάθε βαθμό Κελσίου που ανεβαίνει η θερμοκρασία, υπάρχει κόστος σε ζωές και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής», εξηγεί ο δρ. Τζέρεμι Φάραρ, υποδιευθυντής του τμήματος Προαγωγής Υγείας και Πρόληψης Νοσημάτων και Φροντίδας στον ΠΟΥ. Και συνεχίζει: «Αυτή η έκθεση, που συντάχθηκε με τον ΠΟΥ ως στρατηγικό εταίρο, κάνει ξεκάθαρο ότι η αδράνεια στα θέματα κλιματικής αλλαγής σκοτώνει ανθρώπους σε όλες τις χώρες, την ώρα που μιλάμε. Στον αντίποδα, η δράση ενάντια στην κλιματική αλλαγή είναι η μεγαλύτερη ευκαιρία που έχουμε για καλύτερη υγεία στην εποχή μας, καθαρότερο αέρα στο περιβάλλον που ζούμε, πιο υγιεινά προγράμματα διατροφής και βιώσιμα συστήματα υγείας, τα οποία μπορούν να σώσουν εκατομμύρια ζωές και να προστατέψουν αυτήν τη γενιά και το μέλλον των επόμενων γενεών».
Η θνησιμότητα που συνδέεται με την αύξηση της θερμοκρασίας αυξήθηκε κατά 23% από το 1990, με συνέπεια οι θάνατοι που οφείλονται στις υψηλές θερμοκρασίες να εκτιμώνται σε 546.000 ετησίως.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 2024 ο μέσος άνθρωπος εκτέθηκε σε επικίνδυνα υψηλές θερμοκρασίες επί 16 ημέρες, γεγονός που δεν θα είχε συμβεί αν δεν υπήρχε η κλιματική κρίση. Τα βρέφη, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι αντιμετωπίζουν κάθε χρόνο ο καθένας 20 ημέρες καύσωνα, όταν πριν από 20 χρόνια κάθε άνθρωπος αντιμετώπιζε το πολύ 5 ημέρες καύσωνα.
Η ξηρασία, τα κύματα καύσωνα και οι δασικές πυρκαγιές αυξάνουν την επισιτιστική ανασφάλεια με την οποία διαβιούσαν 124 εκατομμύρια άνθρωποι το 2023.
Η έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες προκάλεσε μέσα στο 2024 την απώλεια 640 δισεκατομμυρίων εργάσιμων ωρών, με την αντίστοιχη απώλεια παραγωγικότητας να εκτιμάται σε 1,09 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Το οικονομικό κόστος των πρόωρων θανάτων μεσήλικων και ηλικιωμένων πολιτών που οφείλονται στους καύσωνες έφτασε τα 261 δισεκατομμύρια δολάρια.































