Η άνοδος των τιμών των καυσίμων επιβαρύνει ξανά τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά. Τον Αύγουστο του 2026, οι τιμές των καυσίμων και λιπαντικών για προσωπικές μετακινήσεις στην ΕΕ ήταν 23,8% υψηλότερες από τον αντίστοιχο μήνα του 2025, σύμφωνα με τη Eurostat. Ειδικά το ντίζελ αυξήθηκε κατά 8,3% μέσα σε έναν μήνα, έναντι 3,3% της βενζίνης.
Το ποσό των 30 ευρώ ανά γέμισμα προέρχεται από υπολογισμό της οργάνωσης Transport & Environment (T&E): συγκρίνει το κόστος για ρεζερβουάρ 50 λίτρων στις 14 Σεπτεμβρίου με εκείνο στην αρχή της κρίσης. Δεν σημαίνει ότι κάθε οδηγός, σε κάθε χώρα ή σε κάθε πρατήριο, πληρώνει ακριβώς 30 ευρώ περισσότερα. Η ίδια ανάλυση υπολογίζει την πρόσθετη επιβάρυνση από το ντίζελ στις οδικές μεταφορές της ΕΕ σε 203 εκατ. ευρώ την ημέρα.
Γιατί η αύξηση του ντίζελ έχει μεγάλη επίδραση
Σύμφωνα με την T&E, το 38% των επιβατικών αυτοκινήτων που κυκλοφορούν στην ΕΕ είναι πετρελαιοκίνητα. Το ντίζελ χρησιμοποιείται επίσης ευρέως στη μεταφορά εμπορευμάτων. Έτσι, μια άνοδος της τιμής του επηρεάζει τόσο το κόστος μετακίνησης όσο και τα έξοδα των επιχειρήσεων που εξαρτώνται από τις οδικές μεταφορές. Οι τιμές στην αντλία, πάντως, διαφέρουν από χώρα σε χώρα.
Στη Γαλλία, η κυβέρνηση ανακοίνωσε παράταση της ενίσχυσης για εργαζομένους χαμηλότερου εισοδήματος που χρησιμοποιούν προσωπικό όχημα για επαγγελματικές μετακινήσεις. Για την περίοδο Οκτωβρίου–Δεκεμβρίου προβλέπεται κατ’ αποκοπή ενίσχυση 100 ευρώ, υπό συγκεκριμένα εισοδηματικά και άλλα κριτήρια. Η αναφορά της κυβέρνησης σε «40 λεπτά ανά λίτρο» είναι ισοδύναμος υπολογισμός της ενίσχυσης, όχι οριζόντια έκπτωση 40 λεπτών σε κάθε γέμισμα.
Η πίεση στα καύσιμα δεν περιορίζεται στο ταμείο του πρατηρίου. Όσο παραμένει ακριβό το ντίζελ, αυξάνεται το κόστος για μεταφορές και επιχειρήσεις, ενώ οι κυβερνήσεις καλούνται να αποφασίσουν ποιοι χρειάζονται στοχευμένη στήριξη και πώς θα χρηματοδοτηθεί.































