Συμπληρωματικό υπόμνημα προς τους αρμόδιους θεσμικούς και διοικητικούς φορείς υπέβαλε ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018.
Με τη νέα παρέμβασή του, ο Σύλλογος ζητά να πληροφορηθεί επίσημα εάν έχουν αρχίσει οι προβλεπόμενες διαδικασίες για την επανεξέταση τιμητικών τίτλων και χαρακτηρισμών που έχουν αποδοθεί σε ανώτατους αξιωματικούς του Πυροσβεστικού Σώματος, οι οποίοι κατείχαν θέσεις ευθύνης κατά τη φονική πυρκαγιά.
Το συμπληρωματικό υπόμνημα αποτελεί συνέχεια του αιτήματος που είχε κατατεθεί στις 11 Ιουνίου 2026. Με εκείνη την παρέμβαση, ο Σύλλογος είχε ζητήσει την ανάκληση του χαρακτηρισμού «ευδοκίμως διατελέσαντες» και συναφών τιμητικών διακρίσεων από αξιωματικούς που, σύμφωνα με το αίτημά του, είχαν κριθεί ένοχοι για πράξεις ή παραλείψεις σχετικές με την τραγωδία.
Ποια στοιχεία ζητά ο Σύλλογος
Στο νέο υπόμνημα ζητείται να γνωστοποιηθούν:
- τα θεσμικά ή διοικητικά όργανα που είναι αρμόδια για την εξέταση του ζητήματος,
- οι ενέργειες που έχουν πραγματοποιηθεί μετά το αρχικό αίτημα,
- το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι σχετικές διαδικασίες,
- οι αποφάσεις που έχουν ενδεχομένως ληφθεί.
Ο Σύλλογος καλεί τους αρμόδιους φορείς να εξετάσουν το θέμα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και να παράσχουν πλήρη, επίσημη ενημέρωση.
«Ευρύτερο θεσμικό ζήτημα»
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το αίτημα δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά θέτει ένα γενικότερο ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο απονέμονται και επανεξετάζονται οι τιμητικές διακρίσεις της Πολιτείας.
Ο Σύλλογος υποστηρίζει ότι οι σχετικοί τίτλοι πρέπει να αντανακλούν ουσιαστικά την υπηρεσιακή επάρκεια, την ακεραιότητα, την ανάληψη ευθύνης και την πραγματική προσφορά κάθε αξιωματούχου.
Παράλληλα, διευκρινίζει ότι η πρωτοβουλία του δεν στρέφεται συνολικά κατά του Πυροσβεστικού Σώματος ή των Σωμάτων Ασφαλείας. Όπως επισημαίνει, η θεσμική αξιολόγηση συγκεκριμένων περιπτώσεων δεν αναιρεί την προσφορά των πυροσβεστών και των στελεχών που επιχειρούν καθημερινά υπό δύσκολες και συχνά επικίνδυνες συνθήκες.
Κατά τον Σύλλογο, η αναγνώριση της υπηρεσιακής προσφοράς πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά και ουσιαστικά κριτήρια και όχι σε προσωποποίηση ή ηρωοποίηση.
«Η διαφάνεια στις διαδικασίες και η θεσμική συνέπεια αποτελούν προϋπόθεση εμπιστοσύνης στους θεσμούς», καταλήγει το Διοικητικό Συμβούλιο.






























