Η 13η Σεπτεμβρίου 1922, με το νέο ημερολόγιο, έχει καταγραφεί ως η ημέρα κατά την οποία ξέσπασε η Μεγάλη Πυρκαγιά της Σμύρνης. Τέσσερις ημέρες νωρίτερα, οι κεμαλικές δυνάμεις είχαν εισέλθει στην πόλη, σηματοδοτώντας την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και το τραγικό τέλος μιας εκστρατείας που άφησε πίσω της νεκρούς, κατεστραμμένους οικισμούς και εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένους.
Η φωτιά εξαπλώθηκε κυρίως στις ελληνικές και αρμενικές συνοικίες, ενώ μεγάλα πλήθη κατέφυγαν στην προκυμαία, αναζητώντας τρόπο διαφυγής. Πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων βρίσκονταν αγκυροβολημένα στον κόλπο, όμως η βοήθεια που προσφέρθηκε αρχικά ήταν περιορισμένη.
Οι εικόνες των ανθρώπων που συνωστίζονταν μπροστά στη θάλασσα, με τις φλόγες πίσω τους, έγιναν το σύμβολο της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η πυρκαγιά άρχισε στις 13 Σεπτεμβρίου και συνέχισε να καίει για ημέρες, καταστρέφοντας μεγάλο μέρος της κοσμοπολίτικης πόλης. University of Michigan Library
Από κάτοικοι έγιναν πρόσφυγες
Η Διδώ Σωτηρίου αποτύπωσε στα έργα της το ανθρώπινο μέγεθος της τραγωδίας: οικογένειες εγκατέλειψαν σπίτια, περιουσίες, καλλιέργειες και τάφους προγόνων, παίρνοντας μαζί τους μόνο όσα μπορούσαν να μεταφέρουν.
Άνθρωποι που έως την προηγούμενη ημέρα ζούσαν οργανωμένοι στον τόπο τους βρέθηκαν ξαφνικά άστεγοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου και της Πάτρας. «Κοιμήθηκαν νοικοκυραίοι και ξύπνησαν φυγάδες», γράφει χαρακτηριστικά η Σωτηρίου.
Ο ξεριζωμός δεν ήταν μόνο γεωγραφικός. Οι πρόσφυγες έχασαν την κοινωνική τους θέση, την οικονομική ασφάλεια και έναν τρόπο ζωής αιώνων. Στην Ελλάδα κλήθηκαν να αρχίσουν από την αρχή, συχνά μέσα σε καταυλισμούς, αντιμετωπίζοντας φτώχεια, ασθένειες και καχυποψία.
Οι μαρτυρίες για τη φωτιά και τις σφαγές
Ανταποκρίσεις ξένων δημοσιογράφων, διπλωματών και μελών ανθρωπιστικών οργανώσεων περιγράφουν λεηλασίες, δολοφονίες και εμπρησμούς μετά την είσοδο του τουρκικού στρατού στη Σμύρνη.
Πολλές μαρτυρίες αποδίδουν την πυρπόληση των χριστιανικών συνοικιών σε τουρκικές δυνάμεις. Η ακριβής ευθύνη αποτέλεσε επί δεκαετίες πεδίο ιστορικής αντιπαράθεσης, όμως η καταστροφή των ελληνικών και αρμενικών συνοικιών και η μαζική φυγή των κατοίκων τους είναι αδιαμφισβήτητα γεγονότα. History Today
Στην προκυμαία επικρατούσαν χάος, πείνα και απόγνωση. Χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν επί ημέρες ένα πλοίο που θα τους απομάκρυνε, ενώ καταγράφονταν βιαιοπραγίες σε βάρος Ελλήνων και Αρμενίων.
Ανάμεσα στα θύματα βρισκόταν ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, ο οποίος παραδόθηκε στο πλήθος και θανατώθηκε με φρικτό τρόπο.
Τα εγκλήματα της ελληνικής υποχώρησης
Η ιστορική αποτίμηση δεν μπορεί να παραβλέψει τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τμήματα του υποχωρούντος ελληνικού στρατού και ένοπλες ομάδες εις βάρος του μουσουλμανικού πληθυσμού.
Ξένες ανταποκρίσεις και μεταγενέστερες ιστορικές μελέτες καταγράφουν εμπρησμούς πόλεων και χωριών, λεηλασίες και δολοφονίες αμάχων κατά την άτακτη υποχώρηση προς τα παράλια. Ουσάκ, Μαγνησία και άλλες περιοχές παραδόθηκαν στις φλόγες, στο πλαίσιο μιας πολιτικής καμένης γης.
Η αναγνώριση αυτών των εγκλημάτων δεν μειώνει ούτε συμψηφίζει τη σφαγή και τον διωγμό των ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών. Αντίθετα, συμπληρώνει την εικόνα ενός πολέμου στον οποίο οι άμαχοι πλήρωσαν το βαρύτερο τίμημα.
Η αδράνεια των Μεγάλων Δυνάμεων
Την ώρα που η Σμύρνη καιγόταν, βρετανικά, γαλλικά, ιταλικά και αμερικανικά πολεμικά πλοία βρίσκονταν στον κόλπο. Τα πληρώματά τους παρακολουθούσαν την καταστροφή, δεσμευμένα από εντολές ουδετερότητας και την πολιτική των κυβερνήσεών τους.
Η οργανωμένη απομάκρυνση μεγάλου αριθμού προσφύγων άρχισε αργότερα, χάρη και στην κινητοποίηση ανθρωπιστικών οργανώσεων. Τα αρχεία της Near East Relief διασώζουν φωτογραφίες, επιστολές και αναφορές ανθρώπων που παρείχαν βοήθεια στους επιζώντες. Near East Relief Historical Society
Η μνήμη 104 χρόνια μετά
Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν αποτελεί απλώς μια χαμένη στρατιωτική εκστρατεία. Είναι η ιστορία κοινοτήτων που εξαφανίστηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες και ενός προσφυγικού πληθυσμού που άλλαξε βαθιά την Ελλάδα.
Οι άνθρωποι που έφτασαν κυνηγημένοι έφεραν μαζί τους γλώσσα, μουσική, γεύσεις, τέχνες και επιχειρηματική εμπειρία. Παρά τις τεράστιες δυσκολίες, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Εκατόν τέσσερα χρόνια μετά, η ιστορική μνήμη απαιτεί ακρίβεια: χωρίς εθνικούς εξωραϊσμούς, χωρίς εύκολους συμψηφισμούς και, κυρίως, χωρίς να ξεχνάμε ότι πίσω από τους στρατούς και τις πολιτικές αποφάσεις βρίσκονταν άμαχοι που έχασαν τα πάντα.































