Οι οικογενειακές ταμπέλες που ακολουθούν τα παιδιά μας
«Ο μεγάλος μας είναι ο υπεύθυνος. Η μικρή είναι η ζωηρή. Κι αυτός εδώ είναι ο ντροπαλός της οικογένειας!»
Η κουβέντα ακούγεται σε ένα οικογενειακό τραπέζι, ανάμεσα σε γέλια και πειράγματα. Κανείς δεν έχει πρόθεση να πληγώσει κανέναν. Οι χαρακτηρισμοί μοιάζουν αθώοι, ίσως μάλιστα να περιγράφουν αρκετά καλά τα παιδιά, τουλάχιστον όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.
Αναρωτιέμαι όμως τι συμβαίνει όταν τέτοιες περιγραφές επαναλαμβάνονται για χρόνια. Όταν ο «ντροπαλός» ακούει συνεχώς ότι δεν του αρέσει να μιλά σε αγνώστους ή όταν ο «υπεύθυνος» θεωρείται αυτονόητο ότι θα κάνει πάντα το σωστό.
Τα παιδιά γνωρίζουν τον εαυτό τους και μέσα από τα μάτια των ανθρώπων που αγαπούν. Οι λέξεις των γονιών δεν καθορίζουν μόνες τους την προσωπικότητά τους, έχουν όμως ιδιαίτερο βάρος. Μια περιγραφή που επαναλαμβάνεται μπορεί σιγά σιγά να μετατραπεί σε προσδοκία, τόσο για το παιδί όσο και για τους γύρω του.
Το παιδί που χαρακτηρίζεται «δύσκολο» μπορεί να διαπιστώσει ότι οι άλλοι περιμένουν από εκείνο να αντιδράσει. Το «καλό παιδί» μπορεί να δυσκολεύεται να θυμώσει ή να διαφωνήσει, επειδή φοβάται μήπως απογοητεύσει. Και ο «δυνατός» της οικογένειας μπορεί να μάθει να κρύβει τη στενοχώρια του, ακόμη κι όταν χρειάζεται παρηγοριά.
Φυσικά, οι γονείς παρατηρούμε πραγματικές διαφορές ανάμεσα στα παιδιά μας. Το ένα είναι πιο εξωστρεφές, το άλλο πιο επιφυλακτικό. Κάποιο οργανώνεται εύκολα, ενώ κάποιο άλλο χρειάζεται περισσότερο χρόνο. Δεν χρειάζεται να προσποιούμαστε ότι αυτές οι διαφορές δεν υπάρχουν.
Έχει όμως σημασία να θυμόμαστε ότι μια συμπεριφορά δεν περιγράφει ολόκληρο τον άνθρωπο. Το παιδί που σήμερα διστάζει να μιλήσει μπροστά σε άλλους μπορεί αύριο να αισθανθεί πιο άνετα. Εκείνο που δυσκολεύεται στο σχολείο μπορεί να ανακαλύψει έναν χώρο όπου θα ανθίσει. Χρειάζεται να του αφήνουμε αυτή τη δυνατότητα, χωρίς να του υπενθυμίζουμε διαρκώς ποιο πιστεύουμε ότι είναι.
Ιδιαίτερα ανάμεσα στα αδέλφια, οι ταμπέλες μπορούν να δημιουργήσουν άτυπους ρόλους: ο επιμελής και ο αδιάφορος, ο κοινωνικός και ο μοναχικός, ο ήσυχος και ο μπελαλής. Κάθε παιδί τότε κινδυνεύει να βλέπει τον εαυτό του σε σύγκριση με το άλλο, αντί να ανακαλύπτει τις δικές του διαφορετικές πλευρές.
Μια μικρή αλλαγή στον τρόπο που μιλάμε μπορεί να βοηθήσει. Αντί για «είσαι τεμπέλης», μπορούμε να πούμε «βλέπω ότι δυσκολεύεσαι να ξεκινήσεις το διάβασμα σήμερα». Αντί για «είσαι ντροπαλή», μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι «χρειάζεσαι λίγο χρόνο μέχρι να νιώσεις άνετα με καινούργιους ανθρώπους».
Έτσι περιγράφουμε αυτό που συμβαίνει, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να αλλάξει. Και, κυρίως, αποφεύγουμε να κάνουμε μια δύσκολη στιγμή μόνιμο χαρακτηριστικό της ταυτότητας του παιδιού.
Ίσως το πιο ενδιαφέρον που μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας είναι να παραμένουμε περίεργοι για το ποιοι γίνονται. Να μην είμαστε τόσο βέβαιοι ότι τα έχουμε καταλάβει οριστικά, ώστε να πάψουμε να παρατηρούμε όσα καινούργια εμφανίζονται μπροστά μας.
Γιατί τα παιδιά μεγαλώνουν, δοκιμάζουν, αλλάζουν. Και είναι όμορφο να μπορούν κάποτε να μας εκπλήσσουν, χωρίς να αισθάνονται ότι χρειάζεται πρώτα να ξεφύγουν από μια παλιά οικογενειακή περιγραφή.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας































