Σίμος Ανδρονίδης : Για την ελληνική στρατηγική στη Λιβύη

322

Για την ελληνική στρατηγική στη Λιβύη

Σε σημερινό της δημοσίευμα, η εφημερίδα ‘Η Καθημερινή,’ αναφέρεται στην παύση λειτουργίας του μοναδικού αεροδρομίου της πρωτεύουσας της Λιβύης Τρίπολης, λόγω της εκτόξευσης ρουκετών σε αυτό, όπως τονίζει η κυβέρνηση ‘Εθνικής Ενότητας’ της χώρας.[1]

Με τις εκατέρωθεν αψιμαχίες στη χώρα της Βόρειας Αφρικής να συνεχίζονται, παρά την απόφαση της Διάσκεψης του Βερολίνου σχετικά με την κατάπαυση του πυρός και την επιβολή εμπάργκο όπλων,[2] το παρόν άρθρο εστιάζει στη διπλωματική στρατηγική που εκδιπλώνει η ελληνική κυβέρνηση ως προς τα επίδικα της πολεμικής σύγκρουσης στη Λιβύη, εκεί όπου εμπλέκονται ευρύτερες δυνάμεις, αντανακλώντας βαθύτερες πολιτικο-στρατιωτικές διεργασίες και διαιρέσεις, όσο και στρατηγικές για το άμεσο και μεσοπρόθεσμο μέλλον της χώρας, εδραζόμενες και στη μετατόπιση κοινωνικών δυνάμεων.[3]

 Όπως εναργώς επισημαίνει ο Αστέρης Χουλιάρας για τον εμφύλιο πόλεμο στη χώρα, «ο εμφύλιος πόλεμος της Λιβύης παρουσιάζεται στα ελληνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης ως μια σύγκρουση δύο αντιτιθέμενων στρατοπέδων εκ των οποίων το ένα (του στρατηγού Χαφτάρ) είναι στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής νίκης. Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Το πλήθος των πολιτοφυλακών, οι ευκαιριακές συμμαχίες και η εκτεταμένη διασπορά όπλων φαίνεται να οδηγούν τη Λιβύη στην απόλυτη κατάρρευση – σε κάτι ανάλογο με τη Σομαλία ή το Αφγανιστάν, με πολύ σοβαρές συνέπειες για τη Νότια Ευρώπη και το βορειότερο τμήμα της Αφρικής (συμπεριλαμβανομένης της ευαίσθητης ζώνης του Σαχέλ)».[4]

   Επρόκειτο για μία πολιτικο-στρατιωτική συνθήκη στην οποία και συμπεριλαμβάνονται εμπρόθετα οι δυνάμεις του στρατάρχη Χαφτάρ που διαφαίνεται ό,τι αντλεί μέρος της δύναμης του από τμήματα των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί και κατά την διάρκεια της Κανταφικής περιόδου, η, και αναγνωρισμένη από τον ‘Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών’ (ΟΗΕ) κυβέρνησης ‘Εθνικής Ενότητας’ του Φαγέντ Αλ Σαράζ που, έχοντας ως σημείο αναφοράς την πρωτεύουσα Τρίπολη[5] υποστηρίζεται από διάφορες πολιτοφυλακές, προβάλλοντας ως μείζονα στρατηγική της, όχι την δυνατότητα ‘ενοποίησης’ της κατακερματισμένης χώρας, αλλά την διασφάλιση της εξουσίας της σε μία συγκεκριμένη περίμετρο και υπό την υψηλή εποπτεία συμμαχικών χωρών (βλέπε Τουρκία), δίχως παράλληλα να εκλείπει η παρουσία περιφερειακών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (ένα συναφές ερμηνευτικό σχήμα για τα τεκταινόμενα στη Λιβύη είναι και αυτό που κάνει λόγο για έναν ‘πόλεμο δι’ αντιπροσώπων/proxy war’).[6]

 Στο πολεμικό πεδίο της Λιβύης εγγράφονται περιφερειακοί-ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, η στρατηγικής της «ζωνοποίησης»[7] για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο του Alain Badiou όπως διαμορφώνεται στο ευρύτερο τόξο Μέσης Ανατολής (Εγγύς Μέση Ανατολή) Βόρειας Αφρικής και Μεσογείου Θάλασσας, η ανα-πλαισίωση μορφών μίας ‘φορτισμένης’ πολυπολικότητας, που, για πρώτη φορά έντονα, αφήνει πίσω του την δράση των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Ως προς το ζήτημα της ελληνικής διπλωματικής στάσης στα συμβάντα της Λιβύης, δύναται να επισημάνουμε ό,τι αυτή εκφράσθηκε περισσότερο ευκρινώς στον απόηχο της πραγματοποίησης της Διάσκεψης του Βερολίνου για την Λιβύη στην οποία και δεν συμμετείχε η ελληνική κυβέρνηση.

Ο λόγος της ελληνικής κυβέρνησης του αρμόδιου υπουργείου Εξωτερικών, όπως και ο λόγος τμήματος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, έτεινε προς την κατεύθυνση αναφοράς της ‘άδικης μη-πρόσκλησης’ της Ελλάδας[8] στην διάσκεψη, διανθισμένος μάλιστα με συνωμοσιολογικές αναφορές περί ‘μυστικής συμφωνίας’ μεταξύ του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και της καγκελαρίου Μέρκελ για τον ‘άδικο’ έως ‘εκδικητικό’ αποκλεισμό της Ελλάδας, οι διαμαρτυρίες της οποίας για την συνομολόγηση του Τουρκο-λιβικού συμφώνου συνεργασίας (κυβέρνηση Αλ Σαράζ), και για τον καθορισμό θαλασσίων ζωνών[9] μεταξύ Τουρκίας[10] και Λιβύης, δεν λαμβάνονται υπόψιν.

Θεωρούμε την ως άνω αντίληψη μονοσήμαντη, στο βαθμό που παραγνωρίζει την ουσιώδη διάσταση του ό,τι η ελληνική εξωτερική πολιτική ‘ανακάλυψε’ το τι λαμβάνει χώρα στη Λιβύη με αφορμή ακριβώς την κοινοποίηση της συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Λιβυκής κυβέρνησης, δίχως να εμπλέκεται άμεσα στο πολιτικο-στρατιωτικό πεδίο και να διαπραγματεύεται την δυνατότητα ή τις δυνατότητες μίας ειρηνικής μετάβασης. Τότε μόνο απέκτησε μορφή η πολιτική της εμπλοκής και της συν-διαμόρφωσης των εξελίξεων.

Και αυτό απετέλεσε σταθερά της εκδηλούμενης ελληνικής στρατηγικής ουσιαστικά την τελευταία δεκαετία, χωρίς η εξέγερση στη χώρα, η Νατοϊκή στρατιωτική επέμβαση και η πτώση του Μουάμαρ Καντάφι μεταβάλλουν δραματικά τα δεδομένα. Με άξονα αυτό το σημείο, η στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης με διακύβευμα τις εξελίξεις στη Λιβύη και την ακύρωση εν τοις πράγμασι του μνημονίου συνεργασίας μεταξύ της Τουρκίας και της κυβέρνησης του Αλ Σαράζ που, ως προς το πλαίσιο της προωθούμενης οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, επι-καλύπτει έως ‘αφαιρεί’ τμήματα ελληνικής θαλάσσιας ζώνης νότια της Κρήτης, αφορά, πρωταρχικά, αυτό που δύναται να αποκαλέσουμε ‘Αραβική’ στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Σε αυτό το πλαίσιο, προσδιορίζονται οι όροι της διττής παρουσίας-παρέμβασης της Ελλάδας στην Εγγύς Μέση Ανατολή, διαμέσου της διαμόρφωσης συμμαχιών με χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα[11] και η Σαουδική Αραβία, επιδιώκοντας την απόκτηση ενός στρατηγικού αποτυπώματος που θα λειτουργεί προς την κατεύθυνση ανάσχεσης της Τουρκικής επιθετικότητας και στρατηγικής, ορίζοντας εκ νέου ως ‘ζωτικό χώρο’ ελληνικού ενδιαφέροντος (βλέπε και το ενεργειακό παίγνιο) την περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Είναι κύρια η επιδίωξη σύναψης συμμαχίας με την Σαουδική Αραβία που, εν προκειμένω, σχηματοποιεί ‘φορτισμένα’ αυτή την ‘Αραβική’ στροφή, φέροντας την Ελλάδα, αφενός μεν πιο βαθιά στους περιφερειακούς ανταγωνισμούς όπως εξελίσσονται στην περιοχή (βλέπε Ιράν-Σαουδική Αραβία), αφετέρου δε, ‘εγγίζοντας’ το σημείο της πώλησης όπλων και συγκεκριμένα πυραύλων Patriot στη Σαουδική Αραβία,[12] για την ενίσχυση της αντι-αεροπορικής άμυνας της χώρας, πώληση που αν επιτευχθεί θα σηματοδοτήσει μία ίδια  μεταβολή των προτεραιοτήτων και των όρων άσκησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ή και γεω-πολιτικής, καθότι δύναται να προβάλλει επίσημα και θεσμικά, το πεδίο των εξοπλισμών[13] εξόν του αμυντικού προσανατολισμού της χώρας και της διαφύλαξης της εδαφικής της ακεραιότητας, εμπλέκοντας στον ανταγωνισμό που εξελίσσεται και σε αυτό το πεδίο.

 Έτσι,  μετεξελίσσεται  περαιτέρω η μορφή που επέδωσε σε αυτή την πολιτική η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., η οποία και προχώρησε στην πώληση όπλων στη Σαουδική Αραβία για την πραγματοποίηση πολεμικών επιχειρήσεων, προς το έδαφος πώλησης στρατιωτικής τεχνολογίας αιχμής για την απόκρουση απειλών και την δυνατότητα της αντεπίθεσης.

 Εάν η ‘Αραβική’ στροφή της κυβέρνησης του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ) την δεκαετία του 1980, ενείχε τα χαρακτηριστικά της αναζήτησης εναλλακτικών γεω-πολιτικών ‘οδών’ πέραν του ιστορικού ‘φιλο-ατλαντισμού’ και του ρεαλισμού πλέον, της συμμετοχής στην τότε ‘Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα’ (ΕΟΚ), τροφοδοτούμενη από τον πολιτικοϊδεολογικό ‘φορτίο’ του ΠΑΣΟΚ και διανθισμένη με ‘αντι-εξαρτησιακούς’ όρους, εκεί όπου τίθεται στο επίκεντρο η διαδικασία μετασχηματισμού του ‘φιλο-αραβισμού’ σε ‘φιλο-Παλαιστινιακή’ στάση (βλέπε την ανάλυση του Σωτήρη Ρούσσου),[14]  κινούμενη μεταξύ θεσμικής αποτύπωσης και ενός ενίοτε διάχυτου ακτιβισμού,[15] τότε, η σημερινή στροφή της κυβέρνησης της ‘Νέας Δημοκρατίας’ εγγράφει τα ιστορικο-πολιτικά και μνημονικά  μοτίβα, θέτοντας ως πρόταγμα και την ανακίνηση και μόχλευση μίας Αραβικής συλλογικής μνήμης τραυματικής που προσλαμβάνει αρνητικά την Οθωμανική περίοδο ωσάν περίοδο ‘κατάκτησης’ και ‘κυριαρχίας’ επί των Αράβων ως ‘κοινότητα.’

Υπό αυτό το πρίσμα, νοηματοδοτείται το περίγραμμα συγκρότησης ενός πολιτικής-στρατηγικού μετώπου που δύναται να αντλήσει δύναμη πυρός, από την ιστορική επιρροή που ασκεί η Σαουδική Αραβία[16] σε χώρες του κόλπου, συστήνοντας με φόντο την περιοχή, την έννοια της τριγωνικής συμπερίληψης που συμπεριλαμβάνει και εξελίσσει τα τριγωνικά σχήματα συνεργασίας στην περιοχή.

Και αυτή η τριγωνική συμπερίληψη θέτει εντός της, τόσο την Σαουδική Αραβία,[17] όσο και την Αίγυπτο, μη αποκλείοντας ακόμη και το Ισραήλ. Ένα δεύτερο στοιχείο που εντοπίζουμε, σχετίζεται με την εκπεφρασμένη πρόθεση αποστολής στρατευμάτων στη Λιβύη για την επίβλεψη της επιβολής του εμπάργκο όπλων, αποστολή που δύναται να τεθεί υπό την αιγίδα κάποιου διεθνούς οργανισμού (Ε.Ε. ή ΟΗΕ).

 Όσον αφορά αυτή την δεύτερη πτυχή της στρατηγικής που διαμορφώνεται από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης, θα τονίσουμε πως υπενθυμίζει ‘διαφορικά’ το εγχείρημα αποστολής ελληνικών στρατευμάτων τόσο στο Κόσοβο, κατά την διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων στην πρώην  Γιουγκοσλαβία, όσο και στο Αφγανιστάν μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, επί κυβερνήσεων Κώστα Σημίτη (εκσυγχρονιστικό εγχείρημα),[18] αποστολή που έθετε ως στόχο, από την μία πλευρά την ενεργότερη εμπλοκή της Ελλάδας, πολιτικο-στρατιωτικά στην περιοχή της Βαλκανικής χερσονήσου, και, από την άλλη πλευρά, την ανακήρυξη αυτής της ίδια σε ‘ζωτικό χώρο’ ή αλλιώς, σε ‘ενδοχώρα’ επενδύσεων για το ελληνικό άρχον αστικό μπλοκ εξουσίας και τις πλέον ηγεμονικές του μερίδες, τοποθετώντας σε περίοπτη θέση το αφήγημα περί της ‘ισχυρής Ελλάδας’ που συμμετέχει στον στενό πυρήνα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αργότερα, της ΄Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης’ (ΟΝΕ).

Ενώ η αποστολή ελληνικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, αξιο-θεμελιώθηκε πάνω στο έδαφος μίας ευρω-νατοϊκής στρατηγικής απόσπασης οφέλους και ‘βελτίωσης’ της θέσης της χώρας στον διεθνή, γεω-πολιτικό-γεω-στρατηγικό καταμερισμό εργασίας, αναγνωρίζοντας την έγκληση όχι μόνο της ‘ισχυρής,’ αλλά της ‘εδραιωμένης Ελλάδας,’ η στρατηγική της οποίας υιοθετεί το πλαίσιο της συμμετοχής σε υπερ-κρατικά σχήματα και στρατιωτικές επιχειρήσεις, στο εγκάρσιο σημείο όπου και μέσω αυτών, ασκείται εξωτερική πολιτική.

Το ‘φάντασμα’ της Ελλάδας, της στρατηγικής-οικονομικής της αναβάθμισης και της ανακήρυξης της σε ‘περιφερειακή δύναμη’ διαπερνά σημαντικό τμήμα του πολιτικού προσωπικού, με το ζητούμενο να καθίσταται η προβολή ισχύος, με την στρατηγική της κυβέρνησης, να ακολουθεί ατελώς και βεβιασμένα τις κινήσεις της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή (επιθυμώντας να ‘εξορκίσει’ την παρουσία της ως περιφερειακής δύναμης), εμπλέκοντας βαθύτερα την χώρα σε ανταγωνισμούς, σε κινδύνους  και σε συγκρούσεις που ενέχουν ένα σημαντικό αντίκτυπο, καθιστώντας την πεδίο εφαρμογής αμυντικών συνεργασιών[19] (Ελλάδα-ΗΠΑ),[20] και  μετατοπίζοντας το σημαίνον της ειρηνικής συνύπαρξης (και της στρατηγικής που αυτό συνεπάγεται) προς τον άξονα διαμόρφωσης μίας κατάστασης ‘διαρκούς συναγερμού.’ Σε ένα περιβάλλον οξυμένων αντιφάσεων και αντιθέσεων που εκδηλώνονται στην ευρύτερη περιοχή, με συμμαχίες να μεταβάλλονται διαρκώς, η γεω-πολιτική στρατηγική της χώρας φαίνεται να ακολουθεί την δική της ‘βασιλική οδό για την γεωμετρία,’ δίχως να ενυπάρχουν επεξεργασμένες θέσεις.


[1] Βλέπε σχετικά, ‘Έκλεισε το μοναδικό σε λειτουργία αεροδρόμιο της Τρίπολης λόγω εκτόξευσης ρουκετών,’ Εφημερίδα ‘Η Καθημερινή,’ 22/01/2020, https://www.kathimerini.gr/1061397/article/epikairothta/kosmos/ekleise-to-monadiko-se-leitoyrgia-aerodromio-ths-tripolhs-logw-ekto3eyshs-royketwn. Το συγκρουσιακό στοιχείο έτσι όπως εκδηλώνεται και αναπαράγεται στη Λιβύη καθίσταται έντονο, διαρθρωμένο όπως είναι σε μικρή και σε μεγάλη κλίμακα που περιλαμβάνει τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας και τις πετρελαιοπαραγωγικές περιοχές.

[2] Βλέπε σχετικά, ‘Λιβύη: Κατάπαυση του πυρός και εμπάργκο όπλων η αισιόδοξη προοπτική για την επόμενη ημέρα,’ Εφημερίδα ‘Το Βήμα,’ 20/01/2020, https://www.tovima.gr/2020/01/20/world/livyi-i-katapaysi-tou-pyros-kai-i-tirisi-tou-empargko-oplon-i-aisiodoksi-prooptiki-gia-tin-epomeni-imera/. «Ανάμεσα σε όσα συμφωνήθηκαν, ήταν ο τερματισμός των εξωτερικών επεμβάσεων στον εμφύλιο, καθώς και ο σεβασμός των κανόνων διεθνούς δικαίου προκειμένου να εξευρεθεί μια λύση με πολιτικά μέσα, είπε από την πλευρά του ο γ.γ. του ΟΗΕ, υπό την αιγίδα του οποίου πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη του Βερολίνου».

[3] Στην περίπτωση της Λιβύης και των συγκρούσεων στη Λιβύη, προκύπτει μία ιδιαίτερη πολυμορφία στην οποία και αναφέρεται ο Σωτήρης Ρούσσος, ήτοι «η πολυμορφία των δρώντων, κρατών, συμμαχιών και διεθνών οργανισμών». Η πραγματοποίηση της Διάσκεψης του Βερολίνου που συγκλήθηκε μετά από πρωτοβουλία της γερμανικής κυβέρνησης, κινήθηκε με βασική ορίζουσα την αποφυγή των μαζικών και πολύπλευρων συγκρούσεων τύπου Συρίας. Είναι όμως στη χώρα της Βόρειας Αφρικής όπου ανα-διαμορφώνεται η σχέση δημόσιου ή αλλιώς κρατικού με τον ιδιωτικό τομέα (βλέπε την παρουσία στη χώρα Ρώσων μισθοφόρων της ομάδας ‘Wagner’ που εξαγάγουν στρατιωτική τεχνογνωσία), στο πεδίο του πολέμου, προσεγγίζοντας το πολεμικό μοντέλο που ακολουθείται στη Συρία, κύρια ως προς το πεδίο του βίαιου κατακερματισμού της χώρας ακόμη και σε μικρές ζώνες, ο κάτοχος των οποίων δεν καλείται να εφαρμόσει τον δικό του ‘νόμο,’ απλά, αλλά να καταστεί ‘παίκτης’ με επιρροή. Βλέπε σχετικά, Ρούσσος Σωτήρης, ‘Η αυτονομία του ηγέτη: Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1981-1989,’ στο: Ασημακόπουλος Βασίλης & Τάσσης Χρύσανθος, (επιμ.), ‘ΠΑΣΟΚ 1974-2018: Πολιτική οργάνωση, Ιδεολογικές μετατοπίσεις, Κυβερνητικές πολιτικές,’ Πρόλογος: Σπουρδαλάκης Μιχάλης, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2018, σελ. 587.

[4] Βλέπε σχετικά, Χουλιάρας Αστέρης, ‘Η αλήθεια για την Λιβύη και για τον εμφύλιο που είναι σε εξέλιξη,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 06/01/2020, https://www.tanea.gr/2020/01/06/world/i-alitheia-gia-ti-livyi-kai-gia-ton-emfylio-pou-einai-se-ekseliksi/. Τα συμβάντα στη Λιβύη θέτουν σε δοκιμασία την εύθραυστη ‘αρχιτεκτονική’ ασφαλείας σε χώρες του Μάγκρεμπ όπως η Αλγερία, δοκιμάζοντας παράλληλα την γεω-πολιτική ισορροπία της Αιγύπτου μεταξύ Βόρειας Αφρικής-Μεσογείου και Μέσης Ανατολής. Βλέπε και ‘Τι συμβαίνει στη Λιβύη και τι επιφυλάσσει το μέλλον,’ Ιστοσελίδα ‘Capital.gr,’ 17/12/2019, https://www.capital.gr/diethni/3400010/ti-sumbainei-sti-libui-kai-ti-epifulassei-to-mellon

[5] Η Τρίπολη που ευρίσκεται υπό τον έλεγχο των δυνάμεων που πρόσκεινται στον πρωθυπουργό Αλ Σαράζ, προσεγγίζεται στρατιωτικά από τις στρατιωτικές δυνάμεις του στρατάρχη Χαφτάρ, με τυχόν κατάληψη της να δύναται να αναδιαμορφώσει ριζικά την κοινωνική και πολιτική ισορροπία δυνάμεων. Και ένα ερώτημα που ενσκήπτει είναι το ποιο δύναται να είναι το πρακτικό αντίκρισμα της κατάπαυσης του πυρός που ως διακύβευμα της Διάσκεψης ακολουθεί τις διμερείς διαπραγματεύσεις στη Μόσχα, για την άμεση κατάπαυση ως πρώτο και θεμελιώδες βήμα για την επίτευξη εκεχειρίας, μεταξύ δύο σημαντικών δρώντων, του στρατάρχη Χαφτάρ και του πρωθυπουργού Αλ Σαράζ, από την στιγμή όπου ο πόλεμος και το πολεμικό ‘πράττειν’ ευρύτερα θεωρείται ως συνθήκη που δια της εξασφάλισης εδάφους και προγεφυρώματος για το παρόν και το μέλλον, παραγάγει τους όρους άσκησης πολιτικής.

[6] Βλέπε επ’ αυτού την ανάλυση του διεθνολόγου Κωνσταντίνου Φίλη. ‘Φίλης: Ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων στην Λιβύη – Ο βαθμός εμπλοκής Ελλάδας,’ Ενημερωτική Ιστοσελίδα ‘Sigma Live,’ 29/12/2019, https://www.sigmalive.com/news/greece/604123/filis-o-polemos-di-antiprosopon-stin-livyi-o-vathmos-emplokis-elladas. «Βλέπουμε ακόμα πως το τουρκολιβυκό σύμφωνο που έχει να κάνει με τον ορισμό της ΑΟΖ και στρατιωτική συνεργασία, έχει αφυπνίσει πάρα πολλές χώρες οι οποίες είχαν μέχρι σήμερα είτε έναν ουδέτερο ρόλο είτε ήταν αμφιταλαντευόμενες.

Βέβαια η κατάσταση στην Λιβύη είναι πολύ επισφαλής για τα σχέδια της Τουρκίας. Μπορεί να αλλάξει ώρα με την ώρα. Γιατί μπορεί να αλλάξει; Γιατί υπάρχουν πάνω από 1.500 πολιτοφυλακές που δρουν στη Λιβύη που μπορούν ανάλογα τα συμφέροντά τους πότε να στηρίζουν την μια παράταξη και πότε την άλλη.

Οπότε η αλλαγή συσχετισμών μπορεί να αλλάξει πολύ εύκολα.

Αυτή την στιγμή οι χώρες που συντάσσονται με τον Χάφταρ είναι σίγουρα περισσότερες και μπορεί να το κάνουν και με πιο δυναμικό τρόπο.

Ρωσία, Αίγυπτος, Ηνωμένα Αραβικά που είναι πολύ σημαντικός παίχτης».

[7] Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Η Φρίκη μιας παρωδίας: Τρεις ομιλίες για τη «Χρυσή Αυγή», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2012. Η διαμόρφωση ‘ζωνών’ παρουσίας και επιρροής εμπλέκει περιφερειακούς και ιμπεριαλιστικούς δρώντες, αναδιαμορφώνει συμμαχίες, σε μία χώρα μεταιχμιακή για την ευόδωση στρατηγικών συμφερόντων που τίθεται μεταξύ Ευρώπης και Βόρειας Αφρικής, ζώνης του Σάχελ και Μέσης Ανατολής. Η στήριξη μίας χώρας προς μία κατεύθυνση, όπως πράττει, για παράδειγμα η Ρωσία που υποστηρίζει την πλευρά Χαφτάρ, δεν αποκλείει την ίδια χώρα από το να πραγματοποιεί σημαντικές συνομιλίες με την αντίθετη πλευρά, την πλευρά του Αλ Σαράζ που αναζητεί νομιμοποίηση και ένα περισσότερο ευδιάκριτο ‘στρατηγικό βάθος’ στη συμμαχία της με την Τουρκία, κίνηση που εμπλέκει στην όλη διαδικασία και την Ελλάδα.

[8] Βλέπε σχετικά την άποψη που εξέφρασε επίσημα ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας ως υποκείμενο που εκφράζει δημόσια τις κατευθύνσεις της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης. ‘Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων: Την όχληση της Ελλάδας για τη μη πρόσκληση στο Βερολίνο μετέφερε ο Ν. Δένδιας,’ Εφημερίδα ‘Η Καθημερινή,’ 20/01/2020, https://www.kathimerini.gr/1061047/article/epikairothta/politikh/symvoylio-e3wterikwn-ypo8esewn-thn-oxlhsh-ths-elladas-gia-th-mh-prosklhsh-sto-verolino-metefere-o-ndendias.

[9] Ο λόγος και η στρατηγική της κυβέρνησης εστιάζουν στο ό,τι η όλη συμφωνία δεν παραγάγει έννομα αποτελέσματα. Όμως, πέραν του νομικού-τυπολογικού σκέλους της υπόθεσης, ένα στοιχείο που ανακύπτει είναι οι πολιτικές-γεω-πολιτικές προεκτάσεις της συμφωνίας και ο τρόπος με τον οποίο αποδίδει έμφαση σε αυτές η Τουρκία ως τμήμα μίας ευρύτερης στρατηγικής διαμόρφωσης μετώπων που συναρθρώνουν την γεω-στρατηγική με την οικονομική-ενεργειακή διάσταση που στην περίπτωση της Λιβύης φέρει και συνδηλώσεις ταυτότητας. Και πάνω σε αυτό το πλαίσιο θεωρούμε πως οφείλει να ‘χτίσει’ την στρατηγική της η ελληνική κυβέρνηση, αμφισβητώντας τις πολιτικές και γεω-πολιτικές προεκτάσεις της συμφωνίας,  εντός της οποίας ελλοχεύει ο κίνδυνος διαμόρφωσης κρατών υπό την ‘υψηλή επιτροπεία’ της Τουρκίας, όταν αυτές οι χώρες επιδιώκουν τον καθορισμό υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ).

[10] Ως προς την περιφερειακή στρατηγική που εκδιπλώνει η Τουρκία, με τους όρους της αναβάθμισης ισχύος στον ευρύτερο γεω-πολιτικό καταμερισμό εργασίας, κάνουμε λόγο για την δόμηση, από την δική της πλευρά, «καθεστώτων κυριαρχίας», για να παραπέμψουμε στην αναλυτική της Πηνελόπης Παπαηλία που ενσωματώνει μορφές «προσωρινής κατάληψης εδαφών» (Συρία), την «στρατιωτική επέμβαση», «διάφορες μορφές πολιτικής και οικονομικής «εποπτείας» (Λιβύη/κυβέρνηση Αλ Σαράζ). Η εξωτερική-περιφερειακή πολιτική της Τουρκίας, ‘στρατιωτικοποιείται,’ όχι μόνο ως προς τον πλαίσιο της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης που δεικνύει την Συρία, ακόμη και το εσωτερικό της χώρας (Κουρδικός παράγοντας), αλλά και ως προς το επίδικο της απόκτησης στρατιωτικών βάσεων αφενός μεν στο περιώνυμο ‘Κέρας της Αφρικής’ (Σομαλία), αφετέρου δε στην περιοχή της Μέσης Ανατολής (Κατάρ), θέτοντας στο επίκεντρο της στρατηγικής της θαλάσσιες οδούς (η Τουρκία ως ναυτική δύναμη) που διακλαδώνονται σύνθετα στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου, αυτή την φορά γύρω από το νησί της Κύπρου. Δύναται να κάνουμε λόγο, χρησιμοποιώντας τον όρο «νεοϊμπεριαλισμός» της Lutz,  για την άσκηση ενός ιδιαίτερου Τουρκικού «νεοϊμπεριαλισμού»; Βλέπε σχετικά, Παπαηλία Πηνελόπη, ‘Ανθρωπολογία και Μετααποικιακές σπουδές: Από τη μετααποικιακή κριτική της Ανθρωπολογίας στην Ανθρωπολογία της αποικιοκρατίας,’ στο: Αθανασίου Αθηνά, (επιμ.), ‘Αποδομώντας την Αυτοκρατορία. Θεωρία και πολιτική της μετααποικιακής κριτικής,’ Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 2016, σελ. 58 & Lutz Catherine, ‘Empire is in the details,’ American Ethnologist, 33, (3), σελ. 593-611, 2006.

[11] Για τον Κωνσταντίνο Φίλη, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθίσταται «πολύ σημαντικός παίκτης» στη Λιβύη. Βλέπε σχετικά, Φίλης: Ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων στην Λιβύη – Ο βαθμός εμπλοκής Ελλάδας…ό.π.

[12] Το ενδεχόμενο πώλησης οπλικών συστημάτων Patriot στη Σαουδική Αραβία, εντός του πλαισίου των συμμαχικών ‘υποχρεώσεων’ της χώρας, αφήνει ανοιχτό ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέλιος Πέτσας. Βλέπε σχετικά, Χαραλαμπάκης Μάνος, ‘Υπό εξέταση η αποστολή φρεγάτας στα Στενά του Ορμούζ,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 22/01/2020, σελ. 10.

[13] Ευκρινώς ο Παναγιώτης Κονδύλης, τονίζει ό,τι «η υφή των υπερσύγχρονων οπλικών συστημάτων προσδίδει καθοριστική σημασία στην εναρκτήρια φάση όχι μόνο ενός πυρηνικού αλλά και ενός συμβατικού πολέμου». Βλέπε σχετικά, Κονδύλης Παναγιώτης, ‘Τι επιδιώκει η Άγκυρα στο Αιγαίο,’ Εφημερίδα ‘Το Βήμα,’ 08/02/1988.

[14] Για μία προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ και της ‘Αραβικής’ στροφής του υπό το πρίσμα της επιδίωξης ‘αυτονομίας,’ βλέπε σχετικά, Ρούσσος Σωτήρης, ‘‘Η αυτονομία του ηγέτη: Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1981-1989,’ στο: Ασημακόπουλος Βασίλης & Τάσσης Χρύσανθος, (επιμ.), ‘ΠΑΣΟΚ 1974-2018: Πολιτική οργάνωση, Ιδεολογικές μετατοπίσεις, Κυβερνητικές πολιτικές…ό.π., σελ. 587-598.

[15] Είναι ενδεικτικό το ό,τι ο πολιτικός λόγος που αρθρώνει ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1982, προς τον επικεφαλής του πολιτικού τμήματος της ‘Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης’ (ΟΑΠ), σημαίνουν μία πολιτικο-ιστορικού τύπου, σχετικοποίηση της σφαιρικής  Εβραϊκής εξόντωσης από την ναζιστική-εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, του Εβραϊκού ‘Ολοκαυτώματος’ που εδώ συγκρίνεται με ό,τι πράττει το κράτος του Ισραήλ στην Παλαιστίνη, με το ‘Ολοκαύτωμα,’ εσφαλμένα, να υποπίπτει στην κατηγορία της έντασης μεταξύ δύο συμβαλλομένων μερών (Ισραήλ-Παλαιστίνη, δίχως να παραγνωρίζεται η Ισραηλινή κατοχή και οι προεκτάσεις της), και της ανάδειξης, περαιτέρω «των εγκλημάτων» που διαπράττει το Ισραήλ, αναγνωρίζοντας, πέραν της ιστορικής, Ισραηλινής αμνησίας, το σχήμα ‘όπως τότε έτσι και τώρα, με το θύμα σε ρόλο θύτη.’ Βλέπε σχετικά, ‘Ελευθεροτυπία,’ 30/06/1982.

[16] Η πολιτική της συμμαχικής προσέγγισης με την Σαουδική Αραβία, παραγνωρίζει το βάθος της εμπλοκής του ‘Οίκου των Σαούντ’ στη γειτονική Υεμένη και την κλίμακα της ασκούμενης στρατιωτικής βίας  που, παράλληλα με τους πολλούς νεκρούς έχει προκαλέσει την καταστροφή ζωτικών υποδομών για την χώρα, όπως και μία εξελισσόμενη ανθρωπιστική κρίση, το πολιτικοθρησκευτικό μοντέλο διακυβέρνησης (‘Ουαχαμπιτισμός’) που εφαρμόζεται στη χώρα και το οποίο προσιδιάζει προς ένα γραφειοκρατικό-αυταρχικό πλέγμα διακυβέρνησης με πυρήνα τους Σαούντ, εγγράφοντας και έμφυλες προεκτάσεις.

[17] Ευρύτερα ομιλώντας, ένα δείγμα Σαουδαραβικής ποίησης προσφέρει ο Αμπντάλα Ελ Κόρασι, στην ποιητική γραφή του οποίου, εναλλάσσονται τα ‘φορτισμένα’ στοιχεία ‘καταδίκης’ των ‘ισχυρών αυτού του κόσμου,’ στο σημείο όπου υπεισέρχεται η παράμετρος του, και με θρησκευτικές φόρμουλες, ‘ελέους,’ το σχήμα μίας και εκφραστικής εισαγωγής στον ‘αστερισμό’ της ‘σιωπής’ που ονομάζεται ‘μαρτύριο,’ ήτοι ‘θρυμματισμένη’ γλώσσα που δεν διακρατεί παρά το εύρος της απώλειας και της γενεαλογικής απώλειας, που αντικαθιστά όχι τον χρόνο αλλά το πρόσωπο, τείνοντας προς την μη-πραγμάτωση που αποτελεί ίδιο όρο της συνειδησιακής ‘πτώσης’ από την οντολογία του ‘εγώ’: «Είμαι ένας ξένος Εξορία μου η εξάντληση, η ματαίωση του ονείρου, η αναχώρηση χωρίς επιστροφή. Είμαι ένας ξένος που έζησε περιμένοντας το τρένο στα κατώφλια των πυλών!». Βλέπε σχετικά, Ελ Κόρασι Αμπντάλα, ‘Σκιές Εξορίας (Απόσπασμα), στο: Κουμούτση Πέρσα, ‘Ανθολογία σύγχρονης Αραβικής ποίησης,’ Εκδόσεις ΑΩ, Αθήνα, 2016, σελ. 95.

[18] Για ένα θεωρητικό εγχείρημα κριτικής ανακατασκευής του Σημιτικού εκσυγχρονισμού, βλέπε σχετικά, Σακελλαρόπουλος Σπύρος & Σωτήρης Παναγιώτης, ‘Αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμός. Κοινωνικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί στην Ελλάδα της δεκαετίας του 90,’ Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2004.

[19] Βλέπε σχετικά, Χαραλαμπάκης Μάνος, ‘Η «προς πόλεμο προπαρασκευή» και η αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 22/11/2020, σελ. 9.

[20] Στο υπόδειγμα μίας σύγχρονης ‘Αποκάλυψης’ και δη καταστροφικής ‘Αποκάλυψης’ εμβαθύνει ο Ρενέ Ζιράρ, υπό τη μορφή της κατοχής πυρηνικών όπλων και της κλιματικής κρίσης, αφήνοντας να διαρρεύσει η αίσθηση της χριστιανικής ‘εσχατολογίας’ ως ‘προσδοκία’ και ως ‘ευχή.’ Βλέπε σχετικά, Ζιράρ Ρενέ, ‘Βία και θρησκεία. Αιτία ή αποτέλεσμα;’ Μετάφραση-Επιμέλεια-Εισαγωγή: Καλατζής Αντώνιος, Επίμετρο: Παλάβερ Βόλφγκανγκ, Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 2017, σελ. 75.