Σοκ και βαθύ προβληματισμό προκαλούν οι νέες αποκαλύψεις γύρω από την οικογενειακή τραγωδία που εκτυλίχθηκε το πρωί της Κυριακής στη Γλυφάδα. Ένας 46χρονος άνδρας συνελήφθη για τη δολοφονία του 80χρονου πατέρα του, ενώ η υπόθεση αποκτά ακόμη πιο βαριά διάσταση από τις φερόμενες δηλώσεις του ίδιου προς τους αστυνομικούς μετά τη σύλληψή του.
Οι απειλές για τα αδέρφια του
Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, ο δράστης φέρεται να δήλωσε πως, εάν αφεθεί ελεύθερος, σκοπεύει να επιτεθεί και στα δύο αδέλφια του. «Έχω δύο αδέρφια. Αν με αφήσετε ελεύθερο ξανά, θα τους σκοτώσω κι αυτούς», φέρεται να είπε ενώπιον αστυνομικών. Οι συγκεκριμένες φράσεις έχουν σημάνει συναγερμό στις Αρχές, καθώς υποδηλώνουν άμεσο κίνδυνο επανάληψης ακραίας ενδοοικογενειακής βίας.
Η κινητοποίηση της ΕΛ.ΑΣ. ξεκίνησε λίγο μετά τις 8:00 το πρωί, όταν η Άμεση Δράση δέχθηκε κλήση για σοβαρό περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας. Αστυνομικοί που έφτασαν στο σημείο εντόπισαν τον ηλικιωμένο άνδρα νεκρό, τοποθετημένο στο πορτ μπαγκάζ αυτοκινήτου. Στον χώρο βρισκόταν και ο γιος του, ο οποίος φέρεται να κρατούσε το μαχαίρι που χρησιμοποιήθηκε στο έγκλημα.
Από τα πρώτα στοιχεία της προανάκρισης προκύπτει ότι το θύμα έφερε πολλαπλά τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο. Η σφοδρότητα της επίθεσης και η προσπάθεια απόκρυψης της σορού μέσα στο όχημα σκιαγραφούν ένα σκηνικό ακραίας βίας. Γείτονες ανέφεραν ότι άκουσαν φωνές νωρίτερα, χωρίς να αντιληφθούν το εύρος όσων εκτυλίσσονταν μέσα στο σπίτι.
Η δολοφονία της μητέρας το 2014
Η υπόθεση φέρνει ξανά στο προσκήνιο το σκοτεινό παρελθόν του 46χρονου. Το 2014 είχε ομολογήσει τη δολοφονία της μητέρας του μέσα στο ίδιο οικογενειακό περιβάλλον. Τότε συνελήφθη, οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη και τέθηκε σε προσωρινή κράτηση. Το 2018 αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους, μεταξύ των οποίων ήταν η υποχρεωτική και τακτική παρουσία σε Αστυνομικό Τμήμα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο δράστης τηρούσε τυπικά τους περιοριστικούς όρους, καθώς εμφανιζόταν κανονικά στις προβλεπόμενες παρουσίες και δεν είχε απασχολήσει τις Αρχές το τελευταίο διάστημα. Το γεγονός αυτό επαναφέρει με ένταση το ερώτημα για το κατά πόσο οι υφιστάμενοι μηχανισμοί επιτήρησης και ψυχιατρικής υποστήριξης ατόμων με τόσο βαρύ ιστορικό βίας είναι επαρκείς.
Η υπόθεση δεν προκαλεί μόνο αποτροπιασμό, αλλά και ένα δυσάρεστο déjà vu: ένα έγκλημα που είχε ήδη συμβεί, επαναλήφθηκε. Και αυτή τη φορά, οι προειδοποιήσεις δεν έμειναν στο παρελθόν· ειπώθηκαν ξεκάθαρα, μετά τη σύλληψη. Το ερώτημα πλέον δεν είναι τι έγινε, αλλά αν –και πώς– θα αποτραπεί το επόμενο.































