Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε εξαρχής το σύνολο των κατηγοριών, υποστηρίζοντας ότι η αναφορά σε ποσό ενός εκατομμυρίου ευρώ σε επιστολή που είχε αποστείλει σε δικαστικό λειτουργό δεν συνιστούσε απόπειρα χρηματισμού, αλλά αμοιβή μεσιτείας. «Δεν θα έδινα το εκατομμύριο, εγώ θα το εισέπραττα ως μεσάζων», ανέφερε χαρακτηριστικά κατά την απολογία του, επιχειρώντας να αποδομήσει το κατηγορητήριο.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κρίσιμη θεωρήθηκε η κατάθεση του αρεοπαγίτη Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, ο οποίος περιέγραψε λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο έλαβε τον επίμαχο φάκελο. Όπως κατέθεσε, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά τον Μάιο του προηγούμενου έτους και, παρά τις οδηγίες να απευθυνθεί στη γραμματεία, προσήλθε αυτοπροσώπως στο γραφείο του και παρέδωσε τον φάκελο παρουσία τρίτων.
Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το περιεχόμενο της επιστολής περιλάμβανε αίτημα παρέμβασης σε εκκρεμή υπόθεση, με σαφή αναφορά σε οικονομικό αντάλλαγμα. «Η επιστολή κατέληγε στη φράση ότι υπάρχει τίμημα για τη μεσιτεία», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η ενέργεια αυτή συνιστά ευθεία παραβίαση της δικαστικής δεοντολογίας.
Απαντώντας στους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ο αρεοπαγίτης ξεκαθάρισε ότι ακόμη και η προσέγγιση δικαστικού λειτουργού με τέτοιου είδους αίτημα είναι παράνομη. «Δεν είχατε λόγο να απευθυνθείτε σε εμένα ούτε να γίνεται αναφορά σε οικονομικά μεγέθη», τόνισε, ενώ σε σχετική ερώτηση απάντησε κατηγορηματικά: «Ναι, είναι παράνομο».
Στην απολογία του, ο Χρήστος Μαυρίκης επιχείρησε να δώσει διαφορετική ερμηνεία στα γεγονότα, υποστηρίζοντας ότι επιδίωξή του ήταν αποκλειστικά η ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης που τον απασχολούσε. «Ζητούσα να μην απορριφθεί η αγωγή για τυπικούς λόγους αλλά να εξεταστεί στην ουσία», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η υπόθεση εκκρεμεί εδώ και χρόνια.
Ωστόσο, ο εισαγγελέας της έδρας Κωνσταντίνος Σιμιτζόγλου εισηγήθηκε την ενοχή του κατηγορουμένου, επισημαίνοντας ότι το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η ακεραιότητα και το αχρημάτιστο της δικαστικής λειτουργίας. Όπως υπογράμμισε, «δεν απαιτείται να επέλθει το αποτέλεσμα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα», αρκεί και μόνο η υπόνοια δυνατότητας επηρεασμού.
Το δικαστήριο, υιοθετώντας την εισαγγελική πρόταση, έκρινε ότι η αναφορά σε οικονομικό αντάλλαγμα σε συνδυασμό με το αίτημα παρέμβασης συνιστά το αδίκημα της δωροδοκίας, οδηγώντας στην καταδίκη του κατηγορουμένου και την επιβολή ποινής χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Η υπόθεση αναδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο τα όρια μεταξύ θεμιτής νομικής διεκδίκησης και παράνομης επιρροής στη Δικαιοσύνη — και αυτά τα όρια, όπως αποδείχθηκε, δεν επιδέχονται «ερμηνείες».































