Η συμπλήρωση της 40ετίας μπορεί να αυξήσει αισθητά την ανταποδοτική σύνταξη, όμως η αναγνώριση πλασματικού χρόνου δεν συμφέρει αυτομάτως όλους τους ασφαλισμένους. Το κόστος, το προσδοκώμενο όφελος και ο χρόνος απόσβεσης κρίνουν την τελική απόφαση.
Η δυνατότητα συνταξιοδότησης δεν σημαίνει πάντοτε ότι είναι οικονομικά συμφέρουσα και η άμεση αποχώρηση από την εργασία.
Ασφαλισμένοι που έχουν συμπληρώσει 35 χρόνια μπορούν, ανάλογα με την κατηγορία και το κατοχυρωμένο δικαίωμά τους, να βγουν στη σύνταξη. Εάν, όμως, αποχωρήσουν χωρίς να πλησιάσουν την 40ετία, ενδέχεται να χάσουν ένα σημαντικό ποσό από την ανταποδοτική τους σύνταξη.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αναγνώριση πλασματικών ετών μπορεί να λειτουργήσει ως «γέφυρα», αυξάνοντας τον συνολικό ασφαλιστικό χρόνο και το ποσοστό αναπλήρωσης.
Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα 35 και στα 40 χρόνια
Το ποσοστό αναπλήρωσης της ανταποδοτικής σύνταξης διαμορφώνεται στο 37,31% για 35 έτη ασφάλισης, ενώ στα 40 έτη ανεβαίνει στο 50,01%. Η διαφορά φτάνει τις 12,7 ποσοστιαίες μονάδες.
Για παράδειγμα, ασφαλισμένος με μέσο συντάξιμο μισθό 3.000 ευρώ θα έχει:
- με 35 χρόνια, ανταποδοτική σύνταξη περίπου 1.119 ευρώ,
- με 40 χρόνια, ανταποδοτική σύνταξη περίπου 1.500 ευρώ.
Η διαφορά φτάνει τα 381 ευρώ τον μήνα, πριν από κρατήσεις και φόρους. Στα ποσά αυτά προστίθεται χωριστά η εθνική σύνταξη.
Πότε συμφέρει περισσότερο η αναγνώριση
Η εξαγορά πλασματικού χρόνου είναι συνήθως πιο αποδοτική όταν:
- συμπληρώνει την 40ετία για πλήρη σύνταξη στα 62,
- προσθέτει χρόνια στην ιδιαίτερα αποδοτική ασφαλιστική περίοδο από τα 35 έως τα 40 έτη,
- επιτρέπει την αποφυγή μειωμένης σύνταξης,
- το κόστος εξαγοράς είναι χαμηλό σε σχέση με τη μηνιαία αύξηση,
- ο ασφαλισμένος δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται μέχρι να συμπληρώσει τα απαιτούμενα χρόνια.
Ο χρόνος που αναγνωρίζεται με εξαγορά υπολογίζεται τόσο για τη θεμελίωση του δικαιώματος όσο και για το ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης. Αντίθετα, πλασματικοί χρόνοι που συνυπολογίζονται χωρίς εξαγορά δεν αυξάνουν την ανταποδοτική σύνταξη.
Ποιοι χρόνοι μπορούν να αξιοποιηθούν
Ανάλογα με το ασφαλιστικό καθεστώς, μπορεί να αναγνωριστεί χρόνος από:
- στρατιωτική θητεία,
- σπουδές,
- ανατροφή παιδιών,
- γονική ή εκπαιδευτική άδεια,
- κενά διαστήματα ασφάλισης,
- επιδοτούμενη ανεργία ή ασθένεια.
Για θεμελίωση δικαιώματος με τις προϋποθέσεις του 2014 και των επόμενων ετών, το ανώτατο όριο μπορεί να φτάσει τα επτά πλασματικά έτη. Δεν ισχύουν, πάντως, οι ίδιες δυνατότητες για κάθε ασφαλισμένο και κάθε πρώην Ταμείο.
Πόσο κοστίζει η εξαγορά
Για τους μισθωτούς, το κόστος υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του τελευταίου μήνα απασχόλησης πριν από την αίτηση. Εάν η εργασία είναι μερική, οι αποδοχές ανάγονται σε πλήρη απασχόληση. Για αιτήσεις με το σημερινό καθεστώς, το ποσό αντιστοιχεί κατά κανόνα στη συνολική εισφορά κύριας σύνταξης, δηλαδή στο 20% των σχετικών αποδοχών.
Ένας εργαζόμενος με μηνιαίες αποδοχές 1.500 ευρώ θα χρειαστεί, ενδεικτικά, περίπου 300 ευρώ για κάθε μήνα που εξαγοράζει. Ένα πλήρες πλασματικό έτος μπορεί επομένως να κοστίσει περίπου 3.600 ευρώ.
Για τους μη μισθωτούς, το ποσό συνδέεται με την ασφαλιστική κατηγορία που έχουν επιλέξει κατά το έτος υποβολής της αίτησης.
Ο υπολογισμός που δείχνει αν αξίζει
Πριν από την εξαγορά πρέπει να υπολογίζονται δύο ποσά:
- το συνολικό κόστος αναγνώρισης,
- η εκτιμώμενη μηνιαία αύξηση της σύνταξης.
Εάν, για παράδειγμα, η εξαγορά κοστίζει 20.000 ευρώ και αυξάνει τη σύνταξη κατά 250 ευρώ τον μήνα, η απόσβεση γίνεται σε περίπου 80 μήνες ή έξι χρόνια και οκτώ μήνες, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη φόροι, κρατήσεις και μελλοντικές αναπροσαρμογές.
Όσο μικρότερος είναι ο χρόνος απόσβεσης τόσο πιο συμφέρουσα θεωρείται η επιλογή. Η σύγκριση, όμως, πρέπει να γίνεται με πραγματικά στοιχεία και όχι με πρόχειρες εκτιμήσεις.
Πότε μπορεί να μη συμφέρει
Η αναγνώριση ίσως δεν είναι οικονομικά αποδοτική όταν ο ασφαλισμένος:
- βρίσκεται ήδη πάνω από τα 40 έτη, όπου η ετήσια προσαύξηση είναι πολύ μικρότερη,
- χρειάζεται να εξαγοράσει πολλά και ακριβά χρόνια για περιορισμένη αύξηση,
- μπορεί να συμπληρώσει τον χρόνο με πραγματική εργασία και εισόδημα,
- έχει χαμηλό μέσο συντάξιμο μισθό,
- δεν αλλάζει ηλικιακό όριο ούτε αποφεύγει μειωμένη σύνταξη.
Μετά τη συμπλήρωση των 40 ετών, το ποσοστό αναπλήρωσης αυξάνεται μόλις κατά 0,50% για κάθε επιπλέον έτος. Επομένως, η ακριβή εξαγορά χρόνου μόνο για την αύξηση του ποσού μπορεί να έχει πολύ αργή απόσβεση.
Πώς πληρώνεται το ποσό
Ο e-ΕΦΚΑ προβλέπει τρεις βασικούς τρόπους εξόφλησης:
- εφάπαξ πληρωμή με έκπτωση 2% για κάθε πλήρες έτος εξαγοράς,
- μηνιαίες δόσεις, ίσες με τους μήνες που αναγνωρίζονται,
- παρακράτηση από τη σύνταξη έως την εξόφληση, ύψους έως το ένα τέταρτο του ποσού της.
Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί πριν ή ταυτόχρονα με την αίτηση συνταξιοδότησης. Μετά την υποβολή της, αναγνώριση επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση για τη θεμελίωση του δικαιώματος και όχι απλώς για αύξηση της σύνταξης.
Η απόφαση χρειάζεται «σύνταξη επί χάρτου»
Πριν από οποιαδήποτε πληρωμή, ο ασφαλισμένος πρέπει να ζητά δύο εναλλακτικούς υπολογισμούς: το ποσό σύνταξης χωρίς αναγνώριση και το ποσό που θα προκύψει μετά την εξαγορά.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «πότε μπορώ να φύγω», αλλά και «με πόσα χρόνια με συμφέρει να φύγω».
Για όσους βρίσκονται κοντά στην 40ετία, τα πλασματικά έτη μπορεί να προσφέρουν ουσιαστική αύξηση και ταχύτερη συνταξιοδότηση. Για άλλους, όμως, μπορεί να μετατραπούν σε έναν ακριβό λογαριασμό με μικρό τελικό όφελος. Η αριθμητική εδώ δεν χαρίζεται — αλλά τουλάχιστον λέει την αλήθεια.


































