Σε νέα περίοδο έντονης ενεργειακής αβεβαιότητας εισέρχονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καθώς η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στη χονδρεμπορική αγορά καταγράφει το υψηλότερο επίπεδο από την αρχή του 2026.
Για την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου, η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώνεται στα 211,76 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επαναφέροντας την ελληνική αγορά ηλεκτρισμού σε επίπεδα που θυμίζουν τις δύσκολες ημέρες της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης.
Ακόμη πιο επιβαρυμένη είναι η εικόνα κατά τις βραδινές ώρες. Όταν μειώνεται η παραγωγή των φωτοβολταϊκών και αυξάνεται η ανάγκη λειτουργίας των μονάδων φυσικού αερίου, η τιμή εκτινάσσεται έως τα 340,89 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ακόμη και η χαμηλότερη τιμή της ημέρας παραμένει υψηλή, στα 116,80 ευρώ.
Η δύσκολη εξίσωση για τα τιμολόγια Οκτωβρίου
Η άνοδος της χονδρεμπορικής δεν μεταφέρεται αυτομάτως και στο σύνολό της στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Αυξάνει, όμως, σημαντικά το κόστος που καλούνται να διαχειριστούν οι εταιρείες προμήθειας.
Το βασικό ερώτημα είναι πόσο από αυτό το κόστος θα απορροφήσουν οι πάροχοι και πόσο θα μετακυλιστεί στα τιμολόγια του Οκτωβρίου. Η εικόνα θα ξεκαθαρίσει με την ανακοίνωση των νέων χρεώσεων από τις εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας.
Τον Σεπτέμβριο, η μέση χρέωση στα «πράσινα» τιμολόγια ξεπέρασε τα 20 λεπτά ανά κιλοβατώρα, κινούμενη υψηλότερα από τον Αύγουστο. Εφόσον η ανοδική πορεία της χονδρικής συνεχιστεί, τα περιθώρια συγκράτησης των λιανικών τιμών θα περιοριστούν ακόμη περισσότερο.
Σχεδόν 20% πάνω από τον Αύγουστο
Η ανοδική πορεία δεν αποτελεί φαινόμενο μίας ημέρας. Από την 1η έως και τις 22 Σεπτεμβρίου, η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας κινείται κοντά στα 160 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Τον Αύγουστο η αντίστοιχη μέση τιμή είχε διαμορφωθεί στα 133,4 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι η χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού καταγράφει μέσα στον Σεπτέμβριο αύξηση της τάξης του 20%.
Η εξέλιξη προκαλεί ανησυχία ενόψει του χειμώνα, καθώς οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί πιέζονται ταυτόχρονα από το κόστος του πετρελαίου θέρμανσης, του φυσικού αερίου και του ηλεκτρισμού.
Γιατί οι ΑΠΕ δεν αρκούν για να συγκρατήσουν τις τιμές
Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας εξακολουθούν να έχουν τον πρώτο λόγο στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής, με ποσοστό 47,72%. Τις ώρες κατά τις οποίες υπάρχει υψηλή παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά, συμβάλλουν ουσιαστικά στη συγκράτηση των τιμών.
Ωστόσο, οι ΑΠΕ δεν μπορούν ακόμη να καλύψουν σταθερά τις ανάγκες του συστήματος σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Μετά τη δύση του ήλιου, το κενό της φωτοβολταϊκής παραγωγής καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από μονάδες φυσικού αερίου.
Το φυσικό αέριο συμμετέχει στο ημερήσιο μείγμα με ποσοστό περίπου 33% και, επειδή οι συγκεκριμένες μονάδες είναι συχνά εκείνες που καλύπτουν την τελευταία αναγκαία μεγαβατώρα, μπορούν να καθορίσουν την οριακή τιμή της αγοράς.
Τα υδροηλεκτρικά συμμετέχουν με περίπου 5%, ενώ η λιγνιτική μονάδα Πτολεμαΐδα 5 παραμένει εκτός παραγωγής.
Ανησυχία και στη βιομηχανία
Το αυξημένο ενεργειακό κόστος δημιουργεί σοβαρές πιέσεις και στις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στις ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η παρατεταμένη άνοδος του ηλεκτρικού ρεύματος υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής, αυξάνοντας το λειτουργικό κόστος και περιορίζοντας τα περιθώρια των επιχειρήσεων.
Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί εντονότερα στον δημόσιο διάλογο πριν από τη γενική συνέλευση του ΣΕΒ στις 6 Οκτωβρίου, παρουσία του πρωθυπουργού. Η βιομηχανία ζητά άμεσες και σταθερές λύσεις, αντί για προσωρινές παρεμβάσεις όταν οι τιμές έχουν ήδη ξεφύγει.
Στο «κόκκινο» και η ευρωπαϊκή αγορά
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι υψηλές τιμές καλύπτουν μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής αγοράς, με την ξηρασία και τη μειωμένη υδροηλεκτρική παραγωγή να επιδεινώνουν το πρόβλημα.
Οι υψηλότερες τιμές καταγράφονται στην Ιρλανδία, όπου φτάνουν τα 239,20 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ακολουθούν:
- η Σερβία με 233,90 ευρώ,
- η Ρουμανία με 231,70 ευρώ,
- η Δανία με 226,70 ευρώ,
- η Γερμανία και η Ελβετία με 226,20 ευρώ,
- η Ολλανδία με 223,90 ευρώ,
- η Κροατία με 223,50 ευρώ,
- η Ουγγαρία με 222,60 ευρώ,
- η Τσεχία με 221,50 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η Ελλάδα, με 211,76 ευρώ, βρίσκεται στο ακριβό τμήμα της ευρωπαϊκής αγοράς, σχεδόν στα ίδια επίπεδα με τη Βουλγαρία, όπου η τιμή διαμορφώνεται στα 211,70 ευρώ. Στην Ιταλία η αντίστοιχη τιμή ανέρχεται στα 205,80 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Υποχώρηση στα καύσιμα, αλλά όχι ακόμη στο ηλεκτρικό ρεύμα
Την ίδια ώρα, οι διεθνείς αγορές καυσίμων εμφάνισαν σημάδια αποκλιμάκωσης. Ο δείκτης TTF για το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο υποχώρησε στα 75 ευρώ ανά μεγαβατώρα, παραμένοντας ωστόσο υπερδιπλάσιος σε σχέση με τα επίπεδα των περίπου 30 ευρώ πριν από την έναρξη του πολέμου.
Η τιμή του πετρελαίου υποχώρησε κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI κατέγραψε πτώση 5,09%, στα 95,5 δολάρια. Παρά τη διόρθωση, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου παραμένουν αυξημένες κατά περισσότερο από 11% από τις αρχές Σεπτεμβρίου.
Η αποκλιμάκωση αποδίδεται στις προσδοκίες για πιθανή μείωση της έντασης στη Μέση Ανατολή. Οι αγορές, πάντως, αντιμετωπίζουν τις σχετικές ενδείξεις με επιφύλαξη και δεν θεωρούν ακόμη ότι η κρίση έχει εκτονωθεί οριστικά.
Στο τραπέζι οι επιδοτήσεις εάν συνεχιστεί η κρίση
Μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί απόφαση για νέα κρατική επιδότηση στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Η κυβέρνηση αναμένεται να περιμένει τις ανακοινώσεις των παρόχων για τον Οκτώβριο, προκειμένου να διαπιστώσει εάν και σε ποιον βαθμό η αύξηση της χονδρικής θα μεταφερθεί στους καταναλωτές.
Εάν οι επιβαρύνσεις αποδειχθούν μεγάλες και έχουν διάρκεια, το ενδεχόμενο επιδότησης παραμένει διαθέσιμο. Το κρίσιμο, ωστόσο, θα είναι η διάρκεια της διεθνούς αναταραχής και όχι μια μεμονωμένη ημερήσια κορύφωση.
Ο χειμώνας δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, αλλά η πίεση είναι ήδη εδώ. Για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, το επόμενο διάστημα θα κριθεί από τις τελικές χρεώσεις των προμηθευτών και από το κατά πόσο η Πολιτεία θα αποφασίσει να παρέμβει εγκαίρως.































