Υπάρχουν κάποιες εικόνες που σε σταματούν χωρίς να το περιμένεις. Όχι επειδή είναι εντυπωσιακές, αλλά επειδή κουβαλούν κάτι βαθύ, σχεδόν ξεχασμένο… Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, για παράδειγμα. Δύο άνθρωποι που περπατούν αργά, πιασμένοι χέρι-χέρι. Μιλούν χαμηλόφωνα, ίσως και να μη λένε πολλά. Κι όμως, κάτι υπάρχει ανάμεσά τους που δεν χρειάζεται εξήγηση. Δεν είναι η κίνηση που σε αγγίζει. Είναι το βλέμμα. Αυτό το βλέμμα που δεν ψάχνει πια να βρει, αλλά έχει βρει. Που δεν διεκδικεί, δεν αποδεικνύει, δεν εντυπωσιάζει. Απλώς υπάρχει και μέσα του χωράει χρόνος, πολύς χρόνος.
Σκέφτεσαι πώς ξεκίνησε όλο αυτό. Κάποτε ήταν δύο άνθρωποι νέοι, γεμάτοι ένταση, επιθυμία, προσδοκία. Ένας έρωτας που τους τράβηξε κοντά, που τους έκανε να κοιτάζονται διαφορετικά από τους υπόλοιπους. Μετά ήρθε η ζωή. Οι ρόλοι άλλαξαν. Έγιναν σύντροφοι, γονείς, συνοδοιπόροι. Πέρασαν φάσεις, δυσκολίες, ίσως και αποστάσεις. Δεν έμειναν ίδιοι ούτε εκείνοι, ούτε η σχέση τους. Και όμως, κάτι έμεινε…
Η αγάπη δεν είναι πάντα όπως την φανταζόμαστε στην αρχή, δεν έχει πάντα ένταση, πάθος, διαρκή επιβεβαίωση. Με τον καιρό αλλάζει μορφή, γίνεται πιο ήσυχη, πιο βαθιά. Περνά μέσα από τις μικρές καθημερινές κινήσεις, εκεί που δεν φαίνεται εύκολα: Στο πώς κοιτάς τον άλλον όταν δεν σε βλέπει, πώς τον φροντίζεις χωρίς να το κάνεις θέμα, πώς παραμένεις, ακόμα κι όταν δεν είναι όλα εύκολα.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται κάτι που μας δυσκολεύει σήμερα. Θέλουμε την αγάπη, αλλά δυσκολευόμαστε να μείνουμε μέσα σε αυτήν. Αναζητούμε το συναίσθημα, αλλά όχι πάντα τη διαδρομή που το στηρίζει. Γιατί η διάρκεια δεν είναι αυτονόητη. Χτίζεται. Μέσα από επιλογές που επαναλαμβάνονται, μέσα από στιγμές που δεν είναι εντυπωσιακές, αλλά είναι ουσιαστικές.
Όταν βλέπεις ένα ζευγάρι που έχει αντέξει στον χρόνο, δεν βλέπεις μόνο το αποτέλεσμα. Βλέπεις, έστω και χωρίς να το ξέρεις, όλα όσα προηγήθηκαν. Τις φορές που κράτησαν ο ένας τον άλλον, που απομακρύνθηκαν και ξαναβρήκαν τον δρόμο, που έμειναν, ενώ θα μπορούσαν να φύγουν.
Ενώ σήμερα; Πόσο βάθος έχουν οι σχέσεις που χτίζουμε σήμερα; Πόσο χώρο δίνουμε στον χρόνο να δουλέψει μέσα τους; Αντέχουμε τη φθορά, τη ρουτίνα, την αλλαγή ή ψάχνουμε διαρκώς την αρχή; Δεν είναι εύκολες ερωτήσεις…
Και ίσως υπάρχει και ένα συναίσθημα που μπαίνει σιωπηλά εδώ, μια μορφή ζήλιας (!) όχι πικρής, αλλά σχεδόν τρυφερής. Βλέπεις αυτή τη σύνδεση και σκέφτεσαι: «Άρα γίνεται.» Ταυτόχρονα αναρωτιέσαι αν θα τη ζήσεις κι εσύ έτσι.
Η αγάπη που μένει δεν είναι τυχαία, δεν είναι μόνο θέμα τύχης ή συγκυρίας. Είναι και μια στάση απέναντι στον άλλον. Να μπορείς να τον δεις σε όλες του τις φάσεις, να τον αποδεχτείς όταν αλλάζει, να συνεχίσεις να τον επιλέγεις, όχι επειδή είναι ίδιος με πριν, αλλά επειδή είναι αυτός. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό: Όχι να βρεις έναν άνθρωπο που θα μείνει ίδιος στον χρόνο, αλλά να μπορέσεις να σχετιστείς με κάποιον που θα αλλάζει… όπως κι εσύ.
Και μέσα σε αυτή την αλλαγή, να κρατηθεί κάτι σταθερό. Μια μορφή σύνδεσης που δεν φωνάζει, αλλά υπάρχει, που δεν αποδεικνύεται, αλλά φαίνεται. Γιατί η αγάπη δεν είναι μόνο αυτό που νιώθεις στην αρχή. Είναι αυτό που αντέχει να μείνει.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος
Γιάννης Ξηντάρας
































