Ολοκληρώνονται σήμερα, 31 Αυγούστου, οι θερινές εκπτώσεις, αφήνοντας πίσω τους μια αγορά που δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις αρχικές προσδοκίες. Η περιορισμένη αγοραστική δύναμη, το αυξημένο κόστος διαβίωσης και ο ανταγωνισμός από τις μεγάλες αλυσίδες και τις διεθνείς ηλεκτρονικές πλατφόρμες διαμόρφωσαν ένα δύσκολο περιβάλλον, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η επιστροφή των καταναλωτών από τις διακοπές του Αυγούστου δεν φαίνεται να έφερε τη θεαματική ανατροπή που ήλπιζε ο εμπορικός κόσμος. Οι αγορές παρέμειναν προσεκτικές και επιλεκτικές, με τα νοικοκυριά να περιορίζουν κυρίως τις δαπάνες για ένδυση, υπόδηση και άλλα μη απολύτως αναγκαία προϊόντα.
Το τέλος της εκπτωτικής περιόδου ανοίγει τώρα τη συζήτηση για την «επόμενη ημέρα». Στο επίκεντρο βρίσκονται οι συνεχείς προσφορές, οι οποίες, σύμφωνα με τους εμπόρους, έχουν θολώσει τα όρια ανάμεσα στις θεσμοθετημένες εκπτώσεις και στις προωθητικές ενέργειες που πραγματοποιούνται σχεδόν ολόκληρο τον χρόνο.
Χάθηκε ο στόχος των 7,4 δισ. ευρώ
Με βάση τις εκτιμήσεις του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, ο συνολικός τζίρος της θερινής εκπτωτικής περιόδου αναμένεται να κινηθεί κοντά στα 7 δισ. ευρώ.
Ένα ιδιαίτερα ισχυρό κλείσιμο θα μπορούσε να ανεβάσει το τελικό ποσό στα 7,1 δισ. ευρώ. Ο αρχικός, πιο αισιόδοξος στόχος των 7,4 δισ. ευρώ, ωστόσο, φαίνεται ότι δεν επιτυγχάνεται.
Η απόσταση από τον στόχο δεν είναι το μοναδικό αρνητικό μήνυμα. Οι έρευνες των εμπορικών συλλόγων δείχνουν ότι η υποχώρηση του τζίρου αφορά μεγάλο μέρος των μικρών και μεσαίων καταστημάτων.
Στον Πειραιά, το 55% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι κατέγραψε χαμηλότερες πωλήσεις σε σύγκριση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Περίπου μία στις τρεις κινήθηκε στα ίδια επίπεδα και μόλις το 12% παρουσίασε άνοδο.
Το 73% των επιχειρηματιών του Πειραιά απέδωσε την εικόνα κυρίως στη μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
Ακόμη δυσμενέστερη η εικόνα στην Αθήνα
Πιο έντονη εμφανίζεται η πίεση στην Αθήνα. Σε έρευνα του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, στην οποία συμμετείχαν 409 μικρομεσαίες επιχειρήσεις λιανικής, το 71,3% ανέφερε χειρότερο τζίρο από πέρυσι.
Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν την απόσταση που χωρίζει τις ονομαστικά υψηλές εκπτώσεις στις βιτρίνες από την πραγματική δυνατότητα των καταναλωτών να αγοράσουν. Όταν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος απορροφάται από τη στέγαση, την ενέργεια και τα τρόφιμα, η χαμηλότερη τιμή σε ένα προϊόν δεν αρκεί πάντοτε για να δημιουργήσει πρόσθετη ζήτηση.
Η αγορά μπορεί να είναι γεμάτη προσφορές, αλλά το πορτοφόλι δεν συγκινείται από τις ταμπέλες. Αυτό ακριβώς περιγράφουν, με αριθμούς πλέον, οι έρευνες των εμπορικών φορέων.
Σχεδόν καθολικό αίτημα για αλλαγή των κανόνων
Η κριτική των εμπόρων δεν περιορίζεται στην οικονομική συγκυρία. Στρέφεται και στο υφιστάμενο πλαίσιο, το οποίο επιτρέπει στις επιχειρήσεις να πραγματοποιούν προσφορές σε μεγάλη διάρκεια μέσα στο έτος.
Σύμφωνα με την έρευνα του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, το 98% των συμμετεχόντων ζητεί αλλαγές στους κανόνες που διέπουν τις εκπτώσεις και τις προσφορές.
Παράλληλα, το 93,4% θεωρεί ότι οι διαρκείς προωθητικές ενέργειες ευνοούν κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις, τις πολυεθνικές και τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες, οι οποίες έχουν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα να προσφέρουν χαμηλότερες τιμές για παρατεταμένο διάστημα.
Αντίστοιχο ποσοστό εκτιμά ότι ένα αυστηρότερο και σαφέστερο πλαίσιο θα μπορούσε να επαναφέρει το εμπορικό ενδιαφέρον των επίσημων εκπτωτικών περιόδων.
Η βασική θέση των μικρομεσαίων είναι ότι οι εκπτώσεις πρέπει να αποτελούν το τελευταίο εργαλείο για τη ρευστοποίηση των αποθεμάτων κάθε σεζόν. Όταν, όμως, η αγορά βρίσκεται μονίμως σε καθεστώς προσφορών, η θερινή ή χειμερινή εκπτωτική περίοδος χάνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της.
Ονομαστική άνοδος, πραγματική υποχώρηση
Τη δύσκολη εικόνα επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία του Ινστιτούτου της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας.
Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ο κύκλος εργασιών στο λιανικό εμπόριο —χωρίς τρόφιμα, οχήματα και καύσιμα— αυξήθηκε ονομαστικά κατά 1,2% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Σε πραγματικές τιμές, όμως, μειώθηκε κατά 3,7%.
Η διαφορά δείχνει ότι η αύξηση της αξίας των πωλήσεων προήλθε από τις υψηλότερες τιμές και όχι από μεγαλύτερο όγκο αγορών.
Στο πρώτο εξάμηνο του έτους, ο πραγματικός τζίρος των συγκεκριμένων κατηγοριών περιορίστηκε κατά 2,3%. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις κατέγραψαν πτώση 3,4% και οι μικρές 1,7%. Αντίθετα, οι μεσαίες επιχειρήσεις σημείωσαν αύξηση 3,7%, επιβεβαιώνοντας ότι οι πιέσεις δεν κατανέμονται ισότιμα.
Κερδισμένοι και χαμένοι κλάδοι
Οι μεγαλύτερες πραγματικές αυξήσεις στο πρώτο εξάμηνο του 2026 καταγράφηκαν στα ιατρικά και ορθοπεδικά είδη, στα ρολόγια και κοσμήματα, στα σιδηρικά και χρώματα, καθώς και στις ηλεκτρικές οικιακές συσκευές.
Στον αντίποδα, σημαντικές απώλειες παρουσίασαν τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, τα βιβλία, τα έπιπλα και τα φωτιστικά. Οι πωλήσεις υποδημάτων παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες.
Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνει μια καταναλωτική συμπεριφορά που βασίζεται περισσότερο στην ανάγκη και λιγότερο στην αυθόρμητη αγορά. Οι καταναλωτές συγκρίνουν περισσότερο, αναβάλλουν δαπάνες και κατευθύνουν τα χρήματά τους σε προϊόντα που θεωρούν απαραίτητα ή επείγοντα.
Μια αγορά δύο ταχυτήτων
Η συνολική εικόνα παραπέμπει σε αγορά δύο ταχυτήτων. Από τη μία βρίσκονται τα οργανωμένα δίκτυα, οι επιχειρήσεις σε ισχυρές τουριστικές περιοχές και το ηλεκτρονικό εμπόριο. Από την άλλη, τα μικρά ανεξάρτητα καταστήματα, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, καλούνται να αντιμετωπίσουν μειωμένη ζήτηση και αυξημένο λειτουργικό κόστος.
Ακόμη και η ισχυρή τουριστική κίνηση δεν μεταφέρθηκε στον βαθμό που αναμενόταν στο λιανεμπόριο. Κατά το πρώτο εξάμηνο, οι αφίξεις από το εξωτερικό αυξήθηκαν κατά 15,4% και οι τουριστικές εισπράξεις κατά 14,8%, χωρίς ανάλογη ενίσχυση των πωλήσεων στα εμπορικά καταστήματα.
Με τη λήξη των θερινών εκπτώσεων, το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται μαζί με τις σχετικές πινακίδες από τις βιτρίνες. Η συζήτηση μεταφέρεται πλέον στους κανόνες των προσφορών, στη φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση των επιχειρήσεων και, κυρίως, στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Για τους εμπόρους, το ζητούμενο δεν είναι να διαρκούν οι εκπτώσεις περισσότερο, αλλά να μπορούν να λειτουργούν ξανά ως πραγματικό εμπορικό γεγονός. Για τους καταναλωτές, πάλι, το βασικό πρόβλημα παραμένει απλούστερο και πιο σκληρό: ακόμη και η καλύτερη προσφορά είναι ακριβή, όταν το διαθέσιμο εισόδημα έχει ήδη εξαντληθεί.
































