Είναι μέρες που ξυπνάμε και δεν έχουμε ιδιαίτερη διάθεση – νομίζω πως εύκολα όλοι μας μπορούμε να τις αναγνωρίσουμε… Μπορεί να είμαστε κουρασμένοι, περισσότερο ευερέθιστοι, να νιώθουμε μια ανεξήγητη μελαγχολία ή απλώς να θέλουμε να μείνουμε λίγο περισσότερο μόνοι μας. Κάποιες φορές γνωρίζουμε πολύ καλά τι μας συμβαίνει και κάποιες άλλες δεν υπάρχει καν ένας συγκεκριμένος λόγος που να μπορούμε να κατονομάσουμε. Κι όμως, σχεδόν αμέσως εμφανίζεται μια δεύτερη σκέψη: «Τι έχω; Γιατί νιώθω έτσι;».
Σαν να υπάρχει κάπου μια άγραφη συμφωνία ότι η φυσιολογική μας κατάσταση θα έπρεπε να είναι να αισθανόμαστε καλά και κάθε απόκλιση από αυτήν χρειάζεται εξήγηση και, ει δυνατόν, άμεση διόρθωση.
Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια αυτή η αντίληψη έχει ενισχυθεί αρκετά. Μιλάμε περισσότερο για την ψυχική υγεία, και αυτό ασφαλώς είναι σημαντικό, αλλά ταυτόχρονα έχουμε αρχίσει να παρακολουθούμε τον εαυτό μας σχεδόν με την αγωνία ενός ανθρώπου που κοιτάζει συνεχώς έναν δείκτη: είμαι καλά; είμαι αρκετά χαρούμενος; απολαμβάνω τη ζωή μου; μήπως κάτι πρέπει να αλλάξω;
Και αναρωτιέμαι καμιά φορά: μήπως κάπως έτσι μπορεί να καταλήξουμε να αγχωνόμαστε ακόμη και επειδή… είμαστε αγχωμένοι;
Η ψυχική υγεία, όμως, δεν μπορεί να σημαίνει διαρκή ψυχική ευφορία. Αν το σκεφτούμε λίγο, κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον αφύσικο. Η ζωή περιλαμβάνει απώλειες, ματαιώσεις, αβεβαιότητα, κούραση, περιόδους μοναξιάς, αλλά και εκείνες τις παράξενες ημέρες κατά τις οποίες τίποτε ιδιαίτερα κακό δεν έχει συμβεί και παρ’ όλα αυτά δεν αισθανόμαστε καλά. Όλα αυτά δεν βρίσκονται έξω από τη ζωή. Είναι μέρος της.
Το δύσκολο αρχίζει όταν, μαζί με το δυσάρεστο συναίσθημα, εμφανίζεται και η απαίτηση να απαλλαγούμε από αυτό. Τότε δεν έχουμε πια μόνο τη λύπη μας· έχουμε και την ανησυχία ότι δεν θα έπρεπε να λυπόμαστε. Δεν έχουμε μόνο την κούρασή μας· έχουμε και την ενοχή ότι δεν είμαστε αρκετά δραστήριοι. Δεν έχουμε μόνο μια περίοδο εσωστρέφειας· αρχίζουμε επιπλέον να αναρωτιόμαστε μήπως κάτι δεν πάει καλά με εμάς. Έτσι, πολλές φορές, το συναίσθημα που αρχικά ζητούσε απλώς λίγο χώρο γίνεται μεγαλύτερο επειδή εμείς προσπαθούμε με κάθε τρόπο να το απομακρύνουμε.
Ίσως εδώ χρειάζεται να ξανασκεφτούμε τι εννοούμε όταν λέμε «είμαι καλά». Μπορεί το «είμαι καλά» να μη σημαίνει ότι αισθάνομαι πάντα χαρούμενος, αισιόδοξος και γεμάτος ενέργεια. Μπορεί να σημαίνει ότι έχω μάθει να αναγνωρίζω αυτό που μου συμβαίνει χωρίς να πανικοβάλλομαι κάθε φορά που το εσωτερικό μου τοπίο σκοτεινιάζει λίγο. Ότι μπορώ να στενοχωρηθώ χωρίς να θεωρήσω πως καταρρέω, να φοβηθώ χωρίς να πιστέψω ότι είμαι αδύναμος, να περάσω μερικές δύσκολες ημέρες χωρίς να χρειάζεται αμέσως να βρω μια εξήγηση για όλα.
Από την άλλη, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε παρατεταμένη δυσφορία πρέπει απλώς να την αποδεχόμαστε. Υπάρχουν στιγμές που η θλίψη επιμένει, το άγχος περιορίζει τη ζωή μας ή η καθημερινότητα γίνεται τόσο δύσκολη ώστε χρειάζεται να ζητήσουμε βοήθεια. Η αποδοχή ενός συναισθήματος δεν σημαίνει αδιαφορία απέναντι στον εαυτό μας. Ίσως, μάλιστα, να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: ότι τον παρατηρούμε αρκετά προσεκτικά ώστε να καταλάβουμε πότε χρειάζεται χρόνο και πότε χρειάζεται στήριξη.
Υπάρχει όμως μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη φροντίδα και στη διαρκή προσπάθεια να διορθώνουμε τον εαυτό μας. Δεν είμαστε ένα έργο που βρίσκεται μονίμως υπό κατασκευή. Κάποιες φορές μπορούμε απλώς να υπάρχουμε όπως είμαστε εκείνη την ημέρα. Να μην είμαστε στην καλύτερή μας φάση, να μη γνωρίζουμε ακόμη την απάντηση, να μην έχουμε διάθεση να μετατρέψουμε κάθε δυσκολία σε «ευκαιρία εξέλιξης». Μπορούμε να αφήσουμε ορισμένα πράγματα να περάσουν από μέσα μας με τον δικό τους χρόνο.
Ίσως, μάλιστα, αυτή η στάση να μας επιτρέπει να γνωρίσουμε λίγο καλύτερα και τον εαυτό μας. Γιατί, όταν δεν βιαζόμαστε να διώξουμε ένα συναίσθημα, μπορούμε κάποτε να ακούσουμε τι έχει να μας πει. Η κούραση μπορεί να μας δείχνει ότι έχουμε πιέσει πολύ τον εαυτό μας, η θλίψη ότι κάτι σημαντικό χάθηκε, ο θυμός ότι κάποιο όριό μας παραβιάστηκε. Και άλλες φορές μπορεί να μη μας λέει τίποτε περισσότερο από το απλό γεγονός ότι σήμερα είναι μια δύσκολη μέρα. Κι αυτό μπορεί να είναι αρκετό…
Δεν χρειάζεται να είμαστε καλά συνέχεια για να έχουμε μια καλή ζωή. Χρειάζεται ίσως να μπορούμε να χωράμε μέσα της περισσότερες εκδοχές του εαυτού μας: εκείνον που χαίρεται και εκείνον που φοβάται, εκείνον που προχωρά με σιγουριά και εκείνον που για λίγο χάνει τον δρόμο του.
Γιατί η ζωή δεν γίνεται περισσότερο δική μας όταν καταφέρνουμε να κρατάμε μόνο όσα συναισθήματα μας αρέσουν. Γίνεται περισσότερο δική μας όταν μπορούμε να παραμένουμε παρόντες και σε εκείνες τις ημέρες που τα πράγματα μέσα μας δεν είναι ακριβώς όπως θα θέλαμε – χωρίς να θεωρούμε ότι, γι’ αυτόν τον λόγο, κάτι πρέπει οπωσδήποτε να διορθωθεί.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής Γιάννης Ξηντάρας






























