Τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία, την επεξεργασία ή την παροχή πρόσθετου πλαισίου σε αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να εισάγουν προκαταλήψεις, οι οποίες διαδίδονται στα κοινωνικα δίκτυα και επηρεάζουν την κοινή γνώμη, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτο Διαδικτύου της Οξφόρδης (Oxford Internet Institute, OII) του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και του Hasso Plattner Institute του Πανεπιστημίου του Πότσνταμ.
Η μελέτη διαπίστωσε ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (Large Language Models – LLMs) μεταβάλλουν συστηματικά τη θέση των αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όταν αυτές αφορούν αμφιλεγόμενα ζητήματα, ακόμη και όταν τους δίνεται ρητή εντολή να διατηρήσουν το αρχικό νόημα. Οι ερευνητές έδειξαν επίσης, μέσω προσομοιώσεων που βασίστηκαν σε πραγματικά κοινωνικά δίκτυα, ότι αυτές οι μικρές μεταβολές μπορούν να συσσωρεύονται μέσα από εκατομμύρια διαδικτυακές αλληλεπιδράσεις και να επηρεάζουν σταδιακά τη συνολική κοινή γνώμη.
Τα ευρήματα εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την ολοένα και μεγαλύτερη χρήση εργαλείων γραφής που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και υποδηλώνουν ότι η επικοινωνία που μεσολαβείται από την ΤΝ θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό νέο μηχανισμό επιρροής του δημόσιου διαλόγου.
Η μελέτη, με τίτλο ««Η επικοινωνία μέσω τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να επηρεάσει τη συλλογική γνώμη» θα παρουσιαστεί στα εργαστήρια AI4Good και Technical AI Governance Research στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου για τη Μηχανική Μάθηση (ICML 2026), που πραγματοποιείται αυτή την εβδομάδα στη Σεούλ της Νότιας Κορέας.
Τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για συγγραφή και επεξεργασία κειμένων μπορούν να εισάγουν προκαταλήψεις στις αναρτήσεις των χρηστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Παρόμοια μοτίβα προκατάληψης καταγράφηκαν σε διαφορετικά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, με πολλά μοντέλα να ενισχύουν συγκεκριμένες θέσεις, όπως ο έλεγχος της οπλοκατοχής, η νομιμοποίηση της κάνναβης και ο φεμινισμός, ενώ εμφανίζονταν πιο αρνητικά απέναντι σε άλλες απόψεις, όπως ο αθεϊσμός και η θανατική ποινή.
Μικρές αλλαγές σε μεμονωμένες αναρτήσεις μπορούν να επηρεάσουν τη δημόσια γνώμη με την πάροδο του χρόνου. Οι προσομοιώσεις, που βασίστηκαν σε πραγματικά δεδομένα από τα κοινωνικά δίκτυα X και Facebook, έδειξαν ότι οι διακριτικές αυτές μεταβολές μπορούν να συσσωρευτούν και να μετατοπίσουν σταδιακά τις απόψεις ολόκληρων διαδικτυακών κοινοτήτων.
Η επικοινωνία με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί έναν νέο τρόπο επηρεασμού του δημόσιου διαλόγου. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα συστήματα ΑΙ που ενσωματώνονται στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο διαδίδονται οι απόψεις, δημιουργώντας νέες προκλήσεις για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη ρύθμιση.
Η πηγή της προκατάληψης δεν είναι μόνο το ίδιο το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης. Η μελέτη δείχνει ότι συγκεκριμένες επιλογές που κάνουν οι ίδιες οι πλατφόρμες κατά τον σχεδιασμό των εργαλείων ΑΙ μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το μέγεθος της επιρροής που ασκεί η τεχνητή νοημοσύνη.
Οι επιστήμονες ζήτησαν από μεγάλα γλωσσικά μοντέλα διαφορετικών εταιρειών να μετατρέψουν κείμενα που αφορούσαν αμφιλεγόμενα ζητήματα σε πιο αποτελεσματικές αναρτήσεις για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στη συνέχεια εξέτασαν κατά πόσο οι εκδοχές που παρήγαγε η τεχνητή νοημοσύνη άλλαζαν συστηματικά τη θέση που εξέφραζαν τα αρχικά κείμενα.
Έπειτα, χρησιμοποίησαν μαθηματικά μοντέλα και προσομοιώσεις βασισμένες σε πραγματικά δεδομένα από τις πλατφόρμες X και Facebook, προκειμένου να εξετάσουν πώς αυτές οι μικρές αλλαγές μπορούν να εξαπλωθούν στα κοινωνικά δίκτυα και να επηρεάσουν την κοινή γνώμη με την πάροδο του χρόνου.
Δοκιμάζοντας τη λειτουργία «Explain this post» («Εξήγησε αυτή την ανάρτηση») του Grok στην πλατφόρμα X, σε αναρτήσεις που αφορούσαν τις αμβλώσεις, οι ερευνητές κατέληξαν ότι το σύστημα ευνοούσε περισσότερο τις αναρτήσεις κατά των αμβλώσεων (pro-life) έναντι εκείνων που υποστήριζαν το δικαίωμα στην άμβλωση (pro-choice).
Αφαιρώντας σταδιακά τις οδηγίες που είχε λάβει το μοντέλο, οι ερευνητές εντόπισαν ότι αυτή η ανισορροπία οφειλόταν σε μία και μόνο οδηγία, σύμφωνα με την οποία το Grok έπρεπε να «αμφισβητεί τις κυρίαρχες αφηγήσεις όταν αυτό είναι απαραίτητο». Το πείραμα δείχνει πώς στοχευμένες και σχετικά απλές παρεμβάσεις από τις ίδιες τις πλατφόρμες μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη διαμορφώνει τον δημόσιο διάλογο.


































