Ζούμε σε μια τρελή εποχή, λέγεται συχνά. Στην πραγματικότητα, ζούμε σε μια απολύτως γνώριμη ελληνική εποχή. Απλώς αλλάζουν τα πρόσωπα, όχι το έργο. Το έργο λέγεται «πολιτική μέσω συγκίνησης» και παίζεται ασταμάτητα εδώ και δεκαετίες, με κοινό που χειροκροτεί όρθιο, ακόμη κι όταν δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς βλέπει.
Η πρόσφατη περίπτωση μητέρας θύματος σιδηροδρομικού δυστυχήματος, η οποία αξιοποιεί –και καλλιεργεί– τη δημόσια συμπάθεια για να ιδρύσει πολιτικό κόμμα με προοπτική διψήφιου ποσοστού, δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Είναι απλώς το τελευταίο επεισόδιο μιας μακράς σειράς, όπου ο ανθρώπινος πόνος μετατρέπεται σε πολιτικό κεφάλαιο. Όχι σε αφορμή για σοβαρό διάλογο, αλλά σε διαβατήριο εξουσίας. Μάλιστα απευθύνει ευθεία πρόκληση προς το πολιτικό σύστημα: να προχωρήσει άμεσα σε αναθεώρηση του Συντάγματος, ”χτυπωντας” ευθέως τον Πρωθυπουργό.
Η Ελλάδα έχει μακρά παράδοση σε αυτό. Η Κωνσταντίνα Κούνεβα, θύμα αποτρόπαιης επίθεσης με οξύ, έγινε σύμβολο. Όχι απλώς σύμβολο αγώνα για τα εργασιακά δικαιώματα –που θα ήταν απολύτως θεμιτό– αλλά πολιτικό brand. Η προσωπική της τραγωδία μετατράπηκε σε εισιτήριο για την κεντρική πολιτική σκηνή. Το ερώτημα δεν είναι αν άξιζε συμπαράσταση. Την άξιζε. Το ερώτημα είναι γιατί στην Ελλάδα το σύμβολο θεωρείται αυτομάτως ικανός διαχειριστής εξουσίας.
Το ίδιο μοτίβο συναντάμε και στην περίπτωση της μητέρας του Παύλου Φύσσα. Μια γυναίκα που βίωσε τον απόλυτο εφιάλτη, τον φόνο του παιδιού της, ηρωποιηθηκε πολιτικά και επικοινωνιακά. Η φωνή της απέκτησε βαρύτητα όχι επειδή κατέθετε κάποια συγκεκριμένη πολιτική πρόταση, αλλά επειδή στηριζόταν στον θάνατο του γιου της. Την ίδια στιγμή, δεκάδες άλλες μητέρες, που έχασαν παιδιά σε τροχαία, εγκλήματα ή δυστυχήματα, βιώνουν τον ίδιο πόνο σιωπηλά, χωρίς κάμερες, χωρίς πάνελ, χωρίς χειροκρότημα. Ο πόνος, τελικά, δεν είναι ίσος. Είναι θέμα προβολής.
Ας πάμε πιο πίσω. Η Δημήτρια Λιάνη, χωρίς θεσμικό ρόλο ή πολιτική εμπειρία, βρέθηκε να επηρεάζει αποφάσεις στο υψηλότερο επίπεδο εξουσίας (Διευθύντρια Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού). Δεν εξελέγη, δεν κρίθηκε, δεν αξιολογήθηκε. Απλώς βρέθηκε «εκεί» και μάλιστα με ένα ιστορικό ”νεύμα”. Το σύστημα την αποδέχτηκε και η κοινωνία την ανέχτηκε, σαν κάτι σχεδόν φυσιολογικό. Ήταν η πρώτη φορά που η συντηρητική ελληνική κοινωνία δεχόταν την ερωμένη που μάλιστα είχε κρεμαστεί ”στα μανταλάκια” από εφημερίδα και πασίγνωστο εκδότη της εποχής, προκαλώντας ΠΑ-σοκ στο Πανελλήνιο!
Ο Άκης Τσοχατζόπουλος, με ισχυρό μηχανισμό και δημόσια αποδοχή, παραλίγο να γίνει πρωθυπουργός, πριν αποδειχθεί ιστορικό παράδειγμα διαφθοράς, αφού έχασε το μέτρο, συρόμενος από φιλόδοξη και αμετροεπή σύζυγο σε πολυτελή γάμο εις Παρισίους. Από κάποιους θεωρήθηκε – ίσως δικαίως- εξιλαστήριο θύμα.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης, με ένα ν, στιλ, αφήγημα και διεθνή προβολή, αναδείχθηκε σε σωτήρα πριν γίνει πείραμα υψηλού ρίσκου. (Και πριν αναφερθεί στην εμπειρία του με τα ναρκωτικά).
Ο Αλέξης Τσίπρας, από πρόεδρος ενός μικρού κομματικού σχηματισμού, βρέθηκε να κυβερνά μια χώρα σε κρίση, βασιζόμενος περισσότερο στη συλλογική οργή παρά σε σχέδιο, μπερδεύοντας το ”όχι” με το ”ναι”, μιμούμενος πιθηκίζοντας, τον λαοφιλή Αντρέα των Ελλήνων.
Ο ”Γιωργάκης” που αν δεν είχε διάσημο DNA και επώνυμο, δεν θα τον ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας του, αποφάσισε αποφάσισε στις 23 Απριλίου 2010 να αναγγείλει ουσιαστικά την είσοδο στο πρώτο μνημόνιο από το Καστελόριζο, με έναν συμβολισμό, που ήταν μάλλον άστοχος σε σχέση με το περιεχόμενο του διαγγέλματος. Αργότερα, αφού ”άφησε” τον πρωθυπουργικό θώκο, κέρδισε εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, δίνοντας διαλέξεις με -οικονομικό- κυρίως περιεχόμενο.
Και ας μην ξεχνάμε συζύγους πρωθυπουργών που εκτοξεύθηκαν σε κορυφαίες καριέρες, επιτροπές, διεθνή φόρα και θέσεις κύρους, συχνά χωρίς οι ίδιες να μπορούν να εξηγήσουν πώς ακριβώς βρέθηκαν εκεί. Όχι απαραίτητα ανίκανες, αλλά σίγουρα ευνοημένες από μια εγγύτητα που στην Ελλάδα θεωρείται προσόν.
Το πρόβλημα δεν είναι οι άνθρωποι. Είναι το σύστημα αξιών. Ένα σύστημα που μπερδεύει τη συμπόνια με την ικανότητα, το βίωμα με την επάρκεια, τη συγκίνηση με τη διακυβέρνηση, το επώνυμο με τα προσόντα. Η τραγωδία γεννά σεβασμό. Δεν γεννά αυτομάτως πολιτική πρόταση.
Δεν ζούμε σε τρελή εποχή. Ζούμε σε μια χώρα που επιμένει να ψηφίζει με το συναίσθημα και μετά απορεί για το αποτέλεσμα. Και όσο αυτό δεν αλλάζει, οι «εκπλήξεις» θα είναι πάντα προβλέψιμες.
*Η Κατερίνα Τράση είναι εκδότρια και δημοσιογράφος






























