Σε μια από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές που έχουν πλήξει τα Ιμαλάια εξελίσσεται η φονική πλημμύρα στα σύνορα Νεπάλ και Κίνας. Τρεις ημέρες μετά το πέρασμα του ορμητικού χειμάρρου, ο προσωρινός απολογισμός έχει ανέλθει στους 633 νεκρούς, ενώ χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούνται.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, 626 θάνατοι έχουν καταγραφεί στο Νεπάλ και επτά στην κινεζική πλευρά των συνόρων. Οι αριθμοί αναθεωρούνται διαρκώς, καθώς ολόκληρες περιοχές παραμένουν αποκομμένες και τα σωστικά συνεργεία δυσκολεύονται να προσεγγίσουν τα σημεία που επλήγησαν περισσότερο.
Στο Νεπάλ οι αγνοούμενοι υπολογίζονται σε 2.326, ανάμεσά τους 517 αλλοδαποί, ενώ στην Κίνα αναζητούνται ακόμη 554 άνθρωποι, εκ των οποίων 260 ξένοι υπήκοοι. Περισσότεροι από 93.000 κάτοικοι έχουν επηρεαστεί άμεσα από την καταστροφή και χρειάζονται βοήθεια.
Εγκλωβισμένοι σε σήραγγες υδροηλεκτρικού σταθμού
Ιδιαίτερη αγωνία επικρατεί για εκατοντάδες εργαζομένους στον υδροηλεκτρικό σταθμό Trishuli 3A, κοντά στα σύνορα με την Κίνα. Στον κατάλογο των αγνοουμένων περιλαμβάνονται 933 εργαζόμενοι της εγκατάστασης, ενώ υπάρχουν πληροφορίες για επιζώντες παγιδευμένους μέσα σε σήραγγες.
Οι διασώστες επιχειρούν να τους προσεγγίσουν, όμως οι τεράστιες ποσότητες λάσπης και φερτών υλικών έχουν καλύψει τις εισόδους. Οι κατολισθήσεις, οι κατεστραμμένοι δρόμοι και ο κίνδυνος νέων πλημμυρικών κυμάτων καθιστούν κάθε επιχείρηση εξαιρετικά επικίνδυνη.
Όσο περνούν οι ώρες, οι πιθανότητες εντοπισμού επιζώντων περιορίζονται. Παράλληλα, η καταστροφή του οδικού δικτύου εμποδίζει τη μεταφορά πόσιμου νερού, τροφίμων και φαρμάκων προς τις αποκλεισμένες κοινότητες.
Στην πλευρά του Θιβέτ, η συνεχιζόμενη βροχόπτωση και η δύσβατη μορφολογία του εδάφους επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η πρόσβαση ξένων δημοσιογράφων στην περιοχή δεν επιτρέπεται, με αποτέλεσμα οι διαθέσιμες πληροφορίες να προέρχονται κυρίως από τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης.
Ένα κύμα με ταχύτητα 150 χλμ./ώρα
Τα πρώτα επιστημονικά δεδομένα αποκαλύπτουν την πρωτοφανή ένταση του φαινομένου. Η καταστροφή φαίνεται να άρχισε μετά την κατάρρευση πλαγιάς στο όρος Λανγκτάνγκ Λιρούνγκ, η οποία απελευθέρωσε μια τεράστια μάζα πάγου, νερού, βράχων και λάσπης.
Η γεωμορφολόγος Κρίστεν Κουκ, από το Πανεπιστήμιο της Γκρενόμπλ, εκτίμησε ότι ο χείμαρρος κινήθηκε αρχικά με ταχύτητα μεγαλύτερη των 150 χιλιομέτρων την ώρα. Χρειάστηκε περίπου επτάμισι λεπτά για να φτάσει στο συνοριακό πέρασμα Γκιρόνγκ, παρασύροντας κτίρια, γέφυρες και υποδομές.
Στη συνέχεια η ορμητική μάζα συνέχισε με ταχύτητα που υπολογίζεται κοντά στα 140 χλμ./ώρα προς το χωριό Σιάπρου Μπέσι. Περίπου 45 λεπτά αργότερα είχε φτάσει στην περιοχή Μπετραουάτι, αφήνοντας πίσω της μια τεράστια ζώνη καταστροφής.
Η ταχύτητα του φαινομένου δεν άφησε ουσιαστικά περιθώριο αντίδρασης. Σταθμοί μέτρησης της στάθμης του νερού καταστράφηκαν σχεδόν αμέσως, πριν προλάβουν να μεταδώσουν αποτελεσματική προειδοποίηση στις περιοχές που βρίσκονταν χαμηλότερα.
Το πυκνό μείγμα πάγου, λάσπης και βράχων περιγράφηκε ως ένα κύμα που έμοιαζε με «υγρό τσιμέντο», ικανό να ισοπεδώσει οτιδήποτε βρισκόταν στην πορεία του.
Φόβοι για δεύτερη καταστροφή
Η απειλή δεν έχει περάσει. Ο χείμαρρος δημιούργησε μεγάλες φυσικές λίμνες τόσο στο Νεπάλ όσο και στο Θιβέτ. Εάν τα αναχώματα από χώμα και φερτά υλικά υποχωρήσουν ή εάν οι λίμνες υπερχειλίσουν, είναι πιθανό να προκληθούν νέα πλημμυρικά κύματα.
Οι Αρχές παρακολουθούν στενά δύο λίμνες που βρίσκονται ανάντη των πληγεισών περιοχών. Τα διαθέσιμα δορυφορικά στοιχεία δείχνουν ότι η στάθμη της μίας υποχωρεί, ενώ η δεύτερη συνεχίζει να μεγαλώνει και δεν εμφανίζει σαφή δίοδο εκτόνωσης του νερού.
Το Νεπάλ σχεδιάζει να τοποθετήσει κάμερες και αισθητήρες κατά μήκος των ποταμών, μεταξύ άλλων κοντά στη συνοριακή πόλη Τιμούρε. Εξετάζεται επίσης η ανάπτυξη ελικοπτέρων για επιχειρήσεις σε περιοχές στις οποίες η επίγεια πρόσβαση παραμένει αδύνατη.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι μπορεί να ακολουθήσουν διαδοχικές κρίσεις, καθώς μια νέα υπερχείλιση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο τους κατοίκους αλλά και τα σωστικά συνεργεία που επιχειρούν στην περιοχή.
Γιατί δεν υπήρξε έγκαιρη προειδοποίηση
Η έκταση της τραγωδίας έχει ανοίξει τη συζήτηση για τα όρια των υφιστάμενων συστημάτων προειδοποίησης. Το Νεπάλ διαθέτει δίκτυο μέτρησης της στάθμης ποταμών και λιμνών, το οποίο μπορεί να ανιχνεύσει μια σταδιακή άνοδο των υδάτων, όπως εκείνη που προκαλείται από τους μουσώνες.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η εξέλιξη ήταν σχεδόν ακαριαία. Η πιθανή κατάρρευση παγετώνα και η κατολίσθηση σε μεγάλο υψόμετρο δημιούργησαν έναν χείμαρρο που κινήθηκε πολύ ταχύτερα από μια συνηθισμένη πλημμύρα.
Ακόμη και αν το δίκτυο προειδοποίησης λειτουργούσε κανονικά, δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορούσε να προσφέρει στους κατοίκους επαρκή χρόνο για οργανωμένη εκκένωση.
Στο Νεπάλ έχουν καταγραφεί περισσότερες από 2.000 παγετωνικές λίμνες, από τις οποίες τουλάχιστον 21 έχουν χαρακτηριστεί υψηλού κινδύνου. Η παρακολούθησή τους είναι ιδιαίτερα δύσκολη εξαιτίας του υψομέτρου, της απομόνωσης και των ακραίων συνθηκών που επικρατούν στα Ιμαλάια.
Οι επιστήμονες εξετάζουν τη συνδυασμένη χρήση δορυφορικών εικόνων, σεισμικών μετρήσεων και τεχνολογιών τηλεπισκόπησης. Επισημαίνουν, ωστόσο, ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζονται σαφείς διαδρομές διαφυγής, ενημέρωση των κατοίκων και αυστηροί περιορισμοί στη δόμηση μέσα σε ζώνες υψηλού πλημμυρικού κινδύνου.
Κίνδυνος υγειονομικής κρίσης
Η ανθρωπιστική διάσταση της καταστροφής μεγαλώνει. Χιλιάδες κατοικίες έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές ή έχουν καταστραφεί, ενώ δρόμοι, γέφυρες, δίκτυα ύδρευσης και άλλες βασικές υποδομές έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ζημιές έχουν καταγραφεί σε τουλάχιστον έξι υγειονομικές μονάδες, ενώ οκτώ εργαζόμενοι στον χώρο της υγείας περιλαμβάνονται στους αγνοουμένους.
Ο εκτοπισμός χιλιάδων ανθρώπων, ο συνωστισμός σε πρόχειρους χώρους φιλοξενίας και τα προβλήματα στην ύδρευση και την αποχέτευση αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης μεταδοτικών ασθενειών. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι διαρροϊκές λοιμώξεις και οι αναπνευστικές παθήσεις, την ώρα που οι τοπικές υπηρεσίες υγείας λειτουργούν υπό ασφυκτική πίεση.
Η Διεθνής Ομοσπονδία Ερυθρού Σταυρού και Ερυθράς Ημισελήνου εκτιμά ότι τουλάχιστον 93.000 άνθρωποι χρειάζονται άμεση υποστήριξη. Για την ενίσχυση των επιχειρήσεων απηύθυνε έκκληση συγκέντρωσης 26,6 εκατομμυρίων ευρώ.
Διεθνής κινητοποίηση για την παροχή βοήθειας
Η διεθνής κοινότητα αρχίζει να ενισχύει τις επιχειρήσεις διάσωσης και ανακούφισης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε έκτακτη χρηματοδότηση δύο εκατομμυρίων ευρώ, με στόχο τη στήριξη των οικογενειών και των κοινοτήτων που επλήγησαν περισσότερο.
Ο Καναδάς γνωστοποίησε ότι θα διαθέσει ανθρωπιστική βοήθεια πέντε εκατομμυρίων καναδικών δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 3,1 εκατομμύρια ευρώ.
Η Βρετανία στέλνει στο Κατμαντού ειδική ομάδα διαχείρισης κρίσεων, η οποία θα συνεργαστεί με τη βρετανική πρεσβεία και τις τοπικές Αρχές. Περισσότεροι από 30 Βρετανοί πολίτες φέρονται να βρίσκονται ανάμεσα στους αγνοουμένους. Το Λονδίνο έχει επίσης ανακοινώσει ανθρωπιστική συνδρομή πέντε εκατομμυρίων στερλινών.
Οι επιχειρήσεις διάσωσης συνεχίζονται με τον χρόνο να πιέζει ασφυκτικά. Την ίδια στιγμή, οι Αρχές καλούνται να αντιμετωπίσουν μια καταστροφή που δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τον κύκλο της: πίσω από τον πρώτο χείμαρρο παραμένουν ενεργοί οι κίνδυνοι νέων πλημμυρών, κατολισθήσεων και υγειονομικής κρίσης.

































