Από το Ανόι έως τη Ρώμη και από τη Βηρυτό μέχρι το Παρίσι, τέσσερις έμπειροι ταξιδιώτες και λάτρεις του φαγητού μοιράζονται τα μυστικά τους για να ανακαλύψετε το αληθινό φαγητό μιας πόλης, χωρίς να ξοδεύετε άλλο χρόνο και χρήμα σε Instagram spots.
Μου έχει τύχει να τσακωθώ με την παρέα μου σε ένα μας ταξίδι στη Βηρυτό, όταν, αντί να μείνουμε πιστοί στην εστιατορική λίστα που είχαμε προετοιμάσει από την Αθήνα, παρεκκλίναμε από αυτήν για να ακολουθήσουμε το ένστικτό μας και να καθίσουμε σε μέρη που μας έκαναν κλικ περνώντας απ’ έξω. Προφανώς και δεν είμαι περήφανη γι’ αυτόν τον τσακωμό και, τελικά, δεν φάγαμε άσχημα.
Παράλληλα, στην πιο τουριστική Λισαβόνα, μου έχει τύχει να ακολουθήσω με ευλάβεια τη λίστα μου, με αποτέλεσμα να περιμένω γύρω στα πενήντα λεπτά για να καταφέρω να φάω στη Cervejaria Ramiro –κάτι που ωστόσο δεν μετάνιωσα– και να βρεθώ σε τέσσερα διαφορετικά μπαρ, στα οποία όμως ένιωσα ότι υπήρχε μια σύνδεση μεταξύ τους, καθώς είχαν παρόμοια ρετρό αισθητική. Μόλις στο τελευταίο έμαθα πως είναι του ίδιου ιδιοκτήτη, κάτι που θα έπρεπε να είχα τσεκάρει, προκειμένου να ανακαλύψω και μια διαφορετική άποψη για τη νυχτερινή έξοδο στην πόλη.
Δεν έχουμε όλοι τις ίδιες προτεραιότητες όταν ταξιδεύουμε – άλλοι θέλουν να περπατήσουν με τις ώρες και να χαθούν χωρίς να ακολουθούν τον χάρτη, ενώ άλλοι ταξιδεύουν με στόχο να δουν όση περισσότερη τέχνη μπορούν. Κάποιοι απολαμβάνουν τους αρχαιολογικούς χώρους, κάποιοι τα ψώνια και κάποιοι το clubbing.
Σε όποια από τις παραπάνω κατηγορίες κι αν ανήκει κανείς, σίγουρα, μένοντας κάποιες μέρες σε μια ξένη πόλη, όλοι μας θέλουμε να δοκιμάσουμε και κάτι νόστιμο, γιατί η γεύση είναι μέρος της εμπειρίας ενός ταξιδιού. Ποιος θέλει να ξοδεύει τα χρήματά του χωρίς να ευχαριστηθεί το φαγητό του; Νομίζω κανείς.
Από την άλλη, αν κάποιος είναι λάτρης του καλού φαγητού και του προσεγμένου ποτού ώστε να θέλει να δοκιμάσει όσα περισσότερα μπορεί σε μια πόλη, τότε αντιμετωπίζει ένα άλλο πρόβλημα: ένα μουσείο είναι συγκεκριμένος προορισμός· το φαγητό, όμως, απλώνεται σε κάθε δρόμο. Υπάρχει μόνο ένα Musée d’Orsay, αλλά δεκάδες γειτονιές για να φας καλά στο Παρίσι.
Κανόνας πρώτος, λοιπόν: μην αγχωθείτε. Δεν υπάρχει περίπτωση να τα ανακαλύψετε όλα την πρώτη φορά που θα επισκεφθείτε μια μεγάλη πόλη, ακόμα κι αν έχετε να ξοδέψετε μέρες σε αυτήν. Και καλύτερα να ευχαριστηθείτε εκείνο το ένα μέρος που θα σας γοητεύσει, παρά να μετακινείστε συνεχώς από το ένα στο άλλο προκειμένου να δείτε όσο το δυνατόν περισσότερα – μην φύγετε αμέσως, δηλαδή, από εκείνο το καφέ ή μπαρ που σας έκανε να αισθανθείτε άνετα για να πάτε στο επόμενο.
Πώς μπορούμε να αποφύγουμε τις κακοτοπιές και να φάμε και να πιούμε σαν ντόπιοι σε μια πόλη άγνωστη σε εμάς; Τέσσερις πολυταξιδεμένοι λάτρεις του φαγητού μάς δίνουν τα tips τους.
«Τα εστιατόρια με αστέρια Michelin είναι ένα ρίσκο»
Προφανώς παίζει ρόλο το πού ταξιδεύει κανείς: ακόμα και στην ίδια χώρα να βρίσκεσαι, ακόμα και όταν μιλάμε για κοντινούς προορισμούς με κουζίνες με τις οποίες έχουμε μια εξοικείωση, είναι πολύ διαφορετικό το να ψάχνει κανείς πού θα φάει στην υπερτουριστική Ρώμη και πολύ διαφορετικό στη Γένοβα, όπου οι επιλογές είναι πολύ λιγότερες.
Ποια είναι η μέθοδος που ακολουθεί ο restaurateur Βασίλης Στεφανάκης; Ξεκινά να φτιάχνει τη λίστα του ρωτώντας φίλους – αλλά όχι όλους.
«Δεν μπορώ να ρωτήσω έναν vegetarian πού θα φάω καλά, γιατί τρώμε διαφορετικά πράγματα. Όπως δεν μπορώ να ρωτήσω κάποιον που έχει διαφορετικό budget από μένα και επιλέγει μόνο εστιατόρια με αστέρια Michelin. Πρέπει να ρωτήσεις τον άνθρωπο με τον οποίο ταιριάζεις, τον εμπιστεύεσαι και περνάτε καλά με τα ίδια πράγματα, όχι απλώς κάποιον που ταξιδεύει πολύ».
Όσον αφορά τους διεθνείς διαδικτυακούς οδηγούς, τελευταία χρησιμοποιεί το World of Mouth, αν και θα διπλοτσεκάρει ή και τριπλοτσεκάρει τις προτάσεις του. Δηλαδή, βρίσκει στον οδηγό ένα μαγαζί που νιώθει ότι μπορεί να του ταιριάζει, μετά μπαίνει στο προφίλ του στο Instagram και στη συνέχεια το γκουγκλάρει, μήπως βρει κάποιο άρθρο γι’ αυτό. Δεν διαβάζει κριτικές στο Google, ούτε στο TripAdvisor, και δεν συμβουλεύεται το TikTok.
«Είναι πολύ σημαντικό να ψάχνεις στο Google στη γλώσσα της χώρας που πας· σκέψου τι άρθρα έχουν γραφτεί για τα μαγαζιά της Αθήνας και τι σου βγάζει αν ψάξεις στα αγγλικά — είναι σαν να διαβάζεις για μια άλλη πόλη».
Επίσης, αποφεύγει να μένει στις περιοχές μιας πόλης που αναφέρονται στους οδηγούς ως hot για έξοδο· προτιμά να βγαίνει λίγο εκτός κέντρου, «γιατί εκεί πάντα βρίσκω κάτι – έναν καλό φούρνο ή έναν ωραίο καφέ, μέρη στα οποία διαφορετικά δεν θα πήγαινα. Εκτός όμως από τις γειτονιές, κάθε περίοδο σε κάθε πόλη υπάρχουν δύο-τρεις πολυσυζητημένες αφίξεις, και αυτές συνήθως είναι street food, όπου το φαγητό δεν είναι κακό, αλλά τις περισσότερες φορές δεν είναι και κάτι φοβερό».
Έχει πάντα ένα πλάνο πριν επισκεφθεί ένα μέρος και, αναλόγως με το πού πάει, θα κάνει μερικές κρατήσεις – δεν θα κανονίσει όμως όλα του τα γεύματα από πριν, εκτός αν η πόλη το επιβάλλει, όπως συμβαίνει στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Το πρώτο μαγαζί που θα επιλέξει να δοκιμάσει είναι εκείνο που πιστεύει ότι του ταιριάζει περισσότερο από τη λίστα του.
«Και σε αυτά τα μαγαζιά δουλεύουν άνθρωποι με τους οποίους έχουμε κοινό γούστο στο φαγητό, οπότε τρώω και μετά δίνω ένα χαρτάκι σε κάποιον –είτε στον σεφ είτε σε κάποιον από τη σάλα– και του λέω “γράψε μου τα πέντε αγαπημένα σου μαγαζιά”. Το παίρνουν πατριωτικά: ζητούν λίγο χρόνο, δεν θέλουν να σου γράψουν ό,τι να ’ναι, και συχνά σημειώνουν πράγματα που δεν υπάρχουν πουθενά, σε κανέναν οδηγό».
Σε μια χώρα όπως η Ιαπωνία θεωρεί ότι είναι κομμάτι του ταξιδιού το να ρισκάρεις να μπεις κάπου εκτός λίστας και να δοκιμάσεις κάτι.
«Όταν μπαίνω σε ένα μέρος για το οποίο δεν είμαι σίγουρος και δεν ξέρω αν θα μου αρέσει –σε κάποιο tapas bar στη Μαδρίτη, ας πούμε, που είναι λίγο σαν τα τσιπουράδικα του Βόλου και δεν ξέρεις τι θα φας και τι θα σου φέρουν– παίρνω δύο πράγματα και, αν μου αρέσουν, παραγγέλνω και τα υπόλοιπα. Επίσης, η ιστορία έχει δείξει πως όσο λιγότερο ντιζαϊνάτο είναι ένα μαγαζί, τόσο περισσότερη σημασία δίνει στο φαγητό του».
Σε μια πόλη όπως η Νάπολη, που έχει υπερπροσφορά σε πίτσα, θα περίμενε σε μια ουρά σαν αυτή του L’Antica Pizzeria da Michele για να φάει; «Πήγα στις 12 το μεσημέρι, όταν ακόμα ήταν άδειο το μαγαζί. Αλλά έχω περιμένει σαράντα λεπτά για να φάω ένα katsu curry σε ένα καλά κρυμμένο στενό στην Ιαπωνία, και ήταν φανταστικό. Και έχω περιμένει και παραπάνω, στην ίδια χώρα, και τελικά το φαγητό ήταν χάλια. Οι ουρές και η αποτυχία είναι κομμάτι της διαδικασίας ενός ταξιδιού. Δεν θα φας παντού καλά, αλλά όσο περισσότερο ψάχνεσαι, τόσο πιο κερδισμένος βγαίνεις».
Σε χώρες και πόλεις που δεν έχουν γαστρονομική παράδοση, θα επιλέξει να φάει τις άλλες κουζίνες που έχουν αναπτυχθεί εκεί – αυτές των μεταναστών. «Υπάρχουν όμως και μέρη, από το Ανόι μέχρι το Σαν Σεμπαστιάν, όπου δύσκολα θα την πατήσεις. Δεν είναι πάρα πολλά, αλλά σίγουρα κάπου θα τα έχεις ακούσει – όλο και κάποιος θα σου πει γι’ αυτά ότι μπορείς να βγεις στον δρόμο και απλώς να ζήσεις το ταξίδι, χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία και κρατήσεις».
«Αν δεν ανακατευτείς με τους ντόπιους, θα μείνεις για πάντα τουρίστας»
Η πολύπειρη δημοσιογράφος γεύσης Θάλεια Τσιχλάκη έχει από παλιά μια συνήθεια: να έχει πάντα μαζί της έναν ψαγμένο οδηγό σε έντυπη μορφή. Όταν, για παράδειγμα, βρέθηκε στην Κρήτη προκειμένου να γράψει η ίδια έναν οδηγό, αγόρασε πρώτα έναν της γαλλικής σειράς Routard «που δεν έχει μια lifestyle προσέγγιση αλλά απευθύνεται περισσότερο σε φυσιολάτρες και με οδήγησε σε πολύ ενδιαφέροντα μονοπάτια και σε σημεία με ωραίες και οικονομικές ταβέρνες. Υπάρχουν διαφόρων ειδών οδηγοί, πιο γενικοί και πιο εξειδικευμένοι, για κάθε ταξιδιώτη, και πάντα είναι χρήσιμο να έχεις έναν στην τσέπη σου, ειδικά αν είσαι περιπατητής».
Σήμερα επαφίεται λιγότερο στους διεθνείς γαστρονομικούς οδηγούς, οι οποίοι έχουν αυξηθεί και προσφέρονται κυρίως σε ηλεκτρονική μορφή. «Είναι πια μια win-win συνθήκη το πώς διαμορφώνονται αυτοί οι οδηγοί, αφού λειτουργούν στη λογική “εγώ σε πάω ταξίδι και εσύ με βραβεύεις” – για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Από την άλλη, κάποια πληροφορία σίγουρα θα την πάρεις από αυτούς, αφού περιλαμβάνουν και εστιατόρια που τα συζητάει όλος ο πλανήτης».
«Επιπλέον, με τα σημερινά δεδομένα, μπορεί κανείς να παρακολουθεί τις προτάσεις των πιο σοβαρών instagrammers κάθε τόπου, που εξειδικεύονται σε κάποιον τομέα. Άλλωστε, το ίδιο φαίνεται πως κάνουν πλέον και οι οδηγοί του εξωτερικού, προκειμένου να ανακαλύψουν όσα αξίζουν σε μια πόλη, να τα επισκεφθούν και να τα προτείνουν. Αν και εγώ, πια, όταν ακούω για εστιατόρια με αστέρια, τρέχω μακριά. Πριν από πολλά χρόνια, όταν ο οδηγός Michelin χρηματοδοτούσε ακόμη τον εαυτό του από τα λάστιχά του, γνώρισα έναν επιθεωρητή του οδηγού, ο οποίος μου έλεγε ότι στόχος του ήταν να περνά απαρατήρητος. Σήμερα, αυτό δεν ισχύει πια· γνωρίζονται όλοι με όλους.
Εκτός από τα μυθιστορήματα που μπορεί να της δώσουν μια πληροφορία για έναν τόπο, μια άλλη, ενδιαφέρουσα πηγή πληροφοριών για την ίδια είναι το να τριγυρνά στις αγορές και να παρατηρεί πού τρώνε οι ντόπιοι.
«Αν δεν ζήσεις για λίγο σαν ντόπιος, δεν υπάρχει περίπτωση να χαρείς το ταξίδι. Οι αγορές λοιπόν, ειδικά οι ανοιχτές, που πια έχουν λιγοστέψει λόγω της επικράτησης των σούπερ μάρκετ, είναι ένας τρόπος να προσεγγίσεις την κουζίνα του κάθε τόπου παρακολουθώντας τι ψωνίζουν οι κάτοικοι μιας πόλης. Όταν πρωτοπήγα στην Ισπανία είχα μείνει άναυδη βλέποντας τους ντόπιους να αγοράζουν μικρά χέλια για να τα βάλουν σε ομελέτες — κάτι που σήμερα βέβαια δεν θα γινόταν, αφού αποφεύγουμε να τρώμε γόνους. Κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα μάθεις αν δεν προσπαθήσεις να παρακολουθήσεις τις συνήθειες των ντόπιων και αν δεν αποβάλεις τις δικές σου, ώστε να ανοίξουν τα μάτια σου. Η ενσωμάτωση είναι μέρος του ταξιδιού».
«Αν έπρεπε όμως να δώσω μία μόνο συμβουλή σε έναν ταξιδιώτη, θα έλεγα να δοκιμάζει την τύχη του και να αφήσει πίσω ένα κομμάτι του εαυτού του, για να να εξελιχθεί σαν άτομο. Κάθε φορά που ταξιδεύεις, κάτι μαθαίνεις· ασχέτως αν είναι σαφές το μάθημα, κάτι παίρνεις από κάθε τόπο. Και όταν διαβάζετε ένα άρθρο για μια πόλη, ακόμα κι αν δεν είναι στα άμεσα σχέδιά σας να ταξιδέψετε εκεί, αν πέσετε σε κάτι που —είτε με την περιγραφή είτε με τα πιάτα του— σας έκανε κλικ, σημειώστε το κάπου, ώστε, αν βρεθείτε σε αυτόν τον τόπο, να έχετε μια διεύθυνση».
«Έχω φάει τη χειρότερη cacio e pepe της ζωής μου στην Μπολόνια»
Η δημοσιογράφος γεύσης Μάρω Παρασκευούδη είχε εξαρχής άσχημο προαίσθημα για το φαγητό που την περίμενε, όταν είδε, μέσα από την τζαμαρία ενός εστιατορίου στη μικρή ιταλική πόλη, κάποιες γυναίκες να φτιάχνουν ζυμαρικά ως μέρος του concept του συγκεκριμένου μαγαζιού. «Δεν είναι λίγες οι φορές που η “παράδοση” χρησιμοποιείται ως ένα φθηνό τέχνασμα για να δελεάσει τους επισκέπτες. Κάποιοι πιστεύουν ότι πηγαίνοντας σε τέτοια μέρη ξύνουν ένα κομμάτι της τουριστικής επιφάνειας, αλλά τελικά ο θησαυρός αποδεικνύεται άνθρακας».
Λόγω της δουλειάς της, διαβάζει έτσι κι αλλιώς σχετικά άρθρα από media του εξωτερικού και ακολουθεί στο Instagram ανθρώπους που ασχολούνται με το φαγητό, οπότε πάντα έχει μερικές διευθύνσεις για κάθε πόλη αποθηκευμένες στις σημειώσεις του κινητού της. Ωστόσο, παρατηρεί πως είναι δύσκολο κανείς να ξεφύγει από την τουριστικοποίηση των μεγάλων πόλεων. «Εκεί που κάποτε έτρωγες φανταστικά στο Τραστέβερε, τώρα το άλλοτε “αληθινό κομμάτι” της Ρώμης έχει γεμίσει μαγαζιά που υπερχρεώνουν κακό κρασί και πλατό με χάλια αλλαντικά και τυριά».
«Σίγουρα, όμως, η έρευνα πριν από το ταξίδι σε γλιτώνει από χρόνο, χρήμα και απογοήτευση. Φροντίζω να ζητάω συμβουλές από καλοφαγάδες που είτε μένουν είτε έχουν επισκεφθεί πρόσφατα το μέρος στο οποίο πρόκειται να πάω. Τέλος, οι λαϊκές αγορές, τα συνοικιακά και εκτός κέντρου μαγαζιά, ακόμα και τα σούπερ μάρκετ αποτελούν πάντα μέρη που θα μου δίνουν μια εικόνα του τι τρώνε οι κάτοικοι μιας πόλης».
Και κάτι ακόμα που της αρέσει πολύ να κάνει: ψωνίζει διάφορα τοπικά προϊόντα —κρασιά, γλυκά από φούρνους, street food, είδη από παντοπωλεία κ.ά.— και, αν ο καιρός το επιτρέπει, οργανώνει με τους συνταξιδιώτες της ένα πικνίκ σε κάποιο πάρκο της πόλης όπου έχει ταξιδέψει ή στήνει ένα τραπέζι, αν έχουν κλείσει να μείνουν κάπου άνετα και ο χώρος το επιτρέπει.
«Παρατηρώ πού επιλέγουν να φάνε οι άνθρωποι της πόλης μετά τη δουλειά τους»
«Ταξιδεύοντας σε προορισμούς που πιθανόν να επισκεφθεί κανείς μόνο μία φορά στη ζωή του, το τελευταίο που θα ήθελε είναι να ρισκάρει ένα “κακό” γεύμα», λέει η travel και food blogger Θάλεια Ιωάννου, μιλώντας εμπειρικά, καθώς τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο βρίσκεται στην Ινδονησία.
«Καταρχάς, καλό είναι να αποφεύγονται εστιατόρια με εκτενείς καταλόγους, καθώς και εκείνα όπου το μενού συνοδεύεται από φωτογραφίες. Αντίθετα, ιδιαίτερη αξία έχουν τα food tours, καθώς συνήθως οργανώνονται από ντόπιους που γνωρίζουν καλά την πόλη τους και έχουν αφιερώσει χρόνο στην αναζήτηση των καλύτερων επιλογών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα food tour που είχα κλείσει στο Βιετνάμ την τελευταία ημέρα του ταξιδιού μου, προκειμένου να ελέγξω αν μου είχαν ξεφύγει σημεία ενδιαφέροντος. Τελικά, διαπίστωσα ότι, σε μεγάλο βαθμό, είχαμε καταλήξει στην ίδια λίστα».
Μία ακόμη ένδειξη αυθεντικότητας κατά την ίδια είναι ο κατάλογος ενός εστιατορίου να μην έχει μεταφραστεί στα αγγλικά — στοιχείο που υποδηλώνει ότι το κοινό στο οποίο απευθύνεται είναι κυρίως ντόπιο. «Επίσης, οι ανοιχτές αγορές και οι περιοχές γύρω τους προσφέρουν συχνά αυθεντικές γαστρονομικές εμπειρίες».
Εμπιστεύεται περισσότερο το ένστικτό της, παρά το TripAdvisor. «Οι αξιολογήσεις προέρχονται, στις περισσότερες περιπτώσεις, από τουρίστες. Μπορώ άραγε εγώ να κρίνω αντικειμενικά ένα ράμεν που δοκίμασα για πρώτη φορά στην Ιαπωνία; Προσωπικά, δεν θα με εμπιστευόμουν».
Παράλληλα, η άμεση επαφή με τους ντόπιους παραμένει και για εκείνη ένα από τα πιο αξιόπιστα «εργαλεία». Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών της, η Θάλεια Ιωάννου συνηθίζει να συλλέγει πληροφορίες από ανθρώπους της πόλης: στα μπαρ που επισκέπτεται, στα ταξί που χρησιμοποιεί ή ακόμη και στα μαγαζιά όπου τρώει εκείνη τη στιγμή.
«Επίσης, δίνω ιδιαίτερη βαρύτητα δίνω στα καταστήματα όπου σχηματίζονται ουρές από ντόπιους. Βέβαια, δεν αποκλείεται κάποιος να σε κατευθύνει σε ένα μαγαζί απλώς επειδή ανήκει σε γνωστό του. Είναι ένα ρίσκο, αλλά αξίζει να το πάρεις. Δυσάρεστες εκπλήξεις θα υπάρχουν πάντα. Η αναζήτηση, όμως, τις περισσότερες φορές, ανταμείβει στο τέλος».

































