Οι ”Μόρτηδες” τα ”Κουτσαβάκια” και οι Μάγκες της Αθήνας!

675
Οι Μορτηδες τα Κουτσαβακια και οι Μάγκες.
Πολλοί συγχέουν το «μόρτης» με το «μάγκας». Το όνο­μα «μόρτυς», όμως, βγαίνει από την Ιταλική λέξη «μόρτο» που σημαίνει θάνατος. Οταν έγινε ο αποκλεισμός του Πειραιά και της Αθήνας από τους Γάλλους το 1854 μετέφεραν το «μαύρο θανατικό», δηλαδή η χο­λέρα, που εί­χε και τα περισσότερα θύμα­τα, δεν υπήρχαν πια νεκροθά­φτες για να θάψουν τους πε­θαμένους. Οι πλούσιοι κάτοι­κοι της πόλεως τότε, για να μην αφήνουν τους νεκρούς τους στους δρόμους πλήρωναν με­γάλα ποσά σ’ αυτούς που θα τους έθαβαν. Ετσι, όλα τ’ αποβράσματα της κοινωνίας, βρήκαν την ευκαιρία να πλουτίσουν.
Σχημάτισαν, λοιπόν, διάφορες ομάδες, που τις ονόμασαν «μορταρίες» και α­νελάμβαναν να θάβουν τους πεθαμένους Κι’ από τότε η λέξη σήμαινε κακοποιό και α­λήτη, ενώ στην εποχή μας α­κούγεται συχνά, χωρίς να σοκάρει, και σημαίνει έξυπνος, πονηρός!.. Αντίθετα, η λέξη «μάγκας» έχει την προέλευση της στα η­ρωικά ελληνικά χρόνια.
Κα­τά την εποχή του απελευθερω­τικού μας Αγώνα οι στρατολογούμενοι από τους οπλαρχηγούς,, διαιρούντο σε δυο ενωματίες. Κάθε ενωματία ονομαζόταν «Μάγκα» και ο αρ­χηγός της «Μάγκατζης». Ήταν τιμή και δόξα, λοιπόν, να είσαι Μάγκας ή να ανήκεις στους Μάγκες.

Μάλλον είναι απίθανη η εκδοχή ότι η λέξη κουτσαβάκης προήλθε από τον καβγατζή δεκανέα του ιππικού Δημήτριο Κουτσαβάκη, που έδρασε επι Όθωνος. Μια σειρά επιθέτων χαρακτηρίζουν τον υπόκοσμο: μάγκες, σκυλόμαγκες, νταήδες, ρεμπέτες τσίφτηδες, βλάμηδες, τσακάλια, μόρτηδες, μαγκιόροι, αλάνια. Κατά τον Φαίδωνα Κουκουλέ σκυλομάγκοι ήταν οι κυνοτρόφοι, που τους έπαιρναν μαζί στο κυνήγι οι μεσαιωνικοί άρχοντες.
Εξάλλου, μάγκα εσήμαινε ομάδα ενόπλων. Για την ακρίβεια, μάγκα ήταν μικρή ομάδα ατάκτων αλβανών, που δεν είχαν μεταξύ τους συγγένεια (όταν είχαν συγγένεια λέγονταν φάρα). Το 1821 οι έλληνες έλεγαν μάγκα την μετέπειτα δεκανεία.

Δυό-τρεις μάγκες αποτελούσαν ένα μπουλούκι (εικοσιπενταρχία). Επικεφαλής της μάγκας ήταν ο μαγκατζής. Την λέξη μάγκες αναφέρει ο Μακρυγιάννης, και, επίσης, ο Παπαδιαμάντης, στο διήγημα του Σταχομαζώχτρα. Ο ίδιος, στο Μοιρολόι της φώκιας, αναφέρει τη λέξη μαγκόπαιδα και κάπου αλλού τη λέξη τελπεντέρης. Από δημοτικό τραγούδι προέρχεται ο στίχος τρεις μάγκες τον απάντησαν, κι οι τρεις αρματωμένοι. Γεροντόμαγκας είναι ο παρήλιξ που επιμένει στη μαγκιά, μαχαλόμαγκας ο μάγκας ο γνωστός μόνο στη γειτονιά του, ψευτομαγκας ή κάλπικος μάγκας, μαγκίτης (θηλυκό μαγκίτισσα) ο νέος μάγκας και χωριατόμαγκας ή βλαχόμαγκας, ο εξ’επαρχίας κουτοπόνηρος που παριστάνει τον μάγκα. Επ’αυτού η έκφραση είπε ο μάγκας του μαγκίτη βουρ του γεροντόμαγκα είναι άκρως δηλωτική.

Από τα παλιά ρεμπέτικα είναι γνωστοί οι μάγκες (χόπλα, μάγκα, δε σε θέλω πιά, να μην ξαναπεράσεις από τη γειτονιά). Οι βλάμηδες άλλην έννοια έχουν στο δημοτικό κι άλλη στο ρεμπέτικο τραγούδι. Βλάμηδες ήταν οι αδερφοποιητοί, οι διρφουπτοί, οι μπράτιμοι (μπρατ μόι = αδερφός μου). Είναι διερευνημένα επαρκώς τα του θεσμού των βλάμηδων (σταυραδέρφια, σταυρομάνα, σταυρογιός). Στο ρεμπέτικο βλάμηδες είναι οι γκαρδιακοί φίλοι.

Η λέξη διεσώθη και ως επώνυμο (υπάρχει και ποιητής ονόματι Βλάμης). Αλάνια ήταν τα μικρά και ενοχλητικότατα στις ναυμαχίες, καϊκια των ελλήνων. Μαγγιόρους το 1821 έλεγαν τους ταγματάρχες. Και η λέξη τσίφτης (λεβέντης) ίσως προέρχεται από τη λέξη τσίφτης που εσήμαινε το συντροφικό βόδι που δούλευε κάτω από τον ίδιο ζυγό-και κατ’επέκτασιν τον άνθρωπο που βασανίζεται κοντά μας. Μάγκας του Ρολογιού, ήταν εκείνος που σύχναζε στην μαγγαρία του ρολογιού του Ελγίνου.
Γενικώς οι μάγκες είναι αγαπητοί, γιατί οι έλληνες αγαπούν τους έλληνες κυρίως για τα ελλατώματα τους. Οι μάγκες δεν είναι φιλοσοφημένοι τύποι. Δεν υπάρχει ρεμπέτικος τρόπος σκέψης. Υπάρχει ρεμπέτικος τρόπος ζωής. Ο υπόκοσμος έχει τις περιοχές του. Η Τρούμπα στον Πειραιά και η Μπάρα της Θεσσαλονίκης τυπικές συνοικίες όπου οι μάγκες κυριάρχησαν, ή κυριαρχούν ακόμη. Οι μάγκες μεταξύ τους προσαγορεύονται αδελφάκια, την δε γκόμενα τους την αποκαλούν αδελφούλα ή μανούλα.
Η καθαρευουσιάνικη ανάλυση της λέξης κουτσαβάκης από το κουτσά+βαίνω (λόγω του ιδιορύθμου βαδίσματος των κουτσαβάκηδων) μάλλον δεν είναι αρκετά πειστική.
Οι κουτσαβάκηδες του Ψυρρή έδρασαν στην περίοδο 1862-1897. Φαίνεται ότι οι πρώτοι κουτσαβάκηδες ήταν αϊβαλιώτες, εγκατεστημένοι στην Σύρο. Αργότερα, όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα, πολλοί αϊβαλιώτες και συριανοί μάγκες εγκατεστάθηκαν στη συνοικία του Ψυρρή. Μετά την εκδίωξη του Όθωνος οι κουτσαβάκηδες γνώρισαν μεγάλες δόξες, γιατί τα κόμματα τους χρησιμοποιούσαν σαν τραμπούκους. Τους κουτσαβάκηδες τους ξεκαθάρισε ο Μπαϊρακτάρης και ο πόλεμος του 1897.
του Νεκτάριου Νότη