Πέθανε η Κική Δημουλά (1931 – 2020)

307

Η πολυβραβευμένη ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά έφυγε από τη ζωή το Σάββατο 22 Φεβρουαρίου, λίγο πριν τις έξι το απόγευμα, σε ηλικία 89 ετών. Νοσηλευόταν από τις 2 Φεβρουαρίου σε ιδιωτικό θεραπευτήριο των Αθηνών με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια, ενώ στις 12 Φεβρουαρίου, λόγω επιδείνωσης της αναπνευστικής της λειτουργίας είχε μεταφερθεί στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας όπου και διασωληνώθηκε. 

Η Κική Δημουλά αντιμετώπιζε χρόνια καρδιολογικά και αναπνευστικά προβλήματα, ωστόσο σύμφωνα με πληροφορίες, παρότι είχε αναγκαστεί να περιορίσει το κάπνισμα, δεν αποφάσιζε τη διακοπή του. 

Το ιδιωτικό θεραπευτήριο «ΥΓΕΙΑ» εξέδωσε ιατρικό ανακοινωθέν για το θάνατο της. Σύμφωνα με αυτό: «Η ακαδημαϊκός και ποιήτρια κα. Κική Δημουλά προσήλθε στο Θεραπευτήριο ΥΓΕΙΑ στις 02/02/20 λόγω χρόνιας αναπνευστικής ανεπάρκειας. Σήμερα στις 22/02/20 και ώρα 17:56 απεβίωσε λόγω καρδιακής ανακοπής σε έδαφος σοβαρής χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας και καρδιακής ανεπάρκειας».

Η Βασιλική Ράδου, όπως ήταν το πατρικό όνομα της, ήταν μία τις πιο σημαντικές λογοτεχνικές φωνές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, με μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό και ιδιαίτερη δημοφιλία.

«Δεν μπορώ να είμαι ένας άνθρωπος που θα έχω το στιλ του ποιητή. Δεν το′ φτιαξα. Κι ίσως είναι αυτός ο λόγος που με προσεγγίζει τόσος κόσμος. Διότι το να είσαι προσιτός και να γράφεις ποιήματα, είναι φαίνεται δύο πράγματα που δεν συναντώνται εύκολα. Αυτή η δουλειά, του ποιητή, σου επιβάλλει να φιλοξενήσεις και να εξυπηρετήσεις και μια ακαταδεξιά. Και μία έπαρση. Εγώ τα απέφυγα αυτά» είχε δηλώσει. 

«Η αλχημίστρια του λόγου», όπως την έχει χαρακτηρίσει η μεταφράστρια της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, στράφηκε στον χρόνο, την μνήμη, την απουσία, τον έρωτα, αναδομώντας με τα υλικά της την ποίηση. 

Γεννήθηκε το 1931 στην Αθήνα. Παντρεύτηκε τον πολιτικό μηχανικό και ποιητή Άθω Δημουλά -τον οποίον είχε γνωρίσει όταν εκείνος τη βοηθούσε στα μαθηματικά (η μητέρα του ήταν καθηγήτρια της νεαρής Κικής)- με τον οποίο και απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτρη και την Έλση. Με τον Άθω Δημουλά μοιράστηκε τη ζωή μέχρι τον θάνατο του, το 1985. 

Η Κική Δημουλά εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος επί 25 χρόνια. Eπί μία οκταετία, εργάστηκε αποσπασμένη στη σύνταξη του περιοδικού Kύκλος, που εξέδιδε η Tράπεζα, με λογοτεχνικό και οικονομικό περιεχόμενο, στο οποίο δημοσιεύονταν κείμενά της.

Έκανε την εμφάνιση της στα γράμματα το 1952, σε ηλικία μόλις 19 χρονών, με τη ποιητική συλλογή «Ποιήματα» -επιθυμώντας να γοητεύσει τον Άθω Δημουλά. Όπως είχε εξομολογηθεί, η ποίηση ήταν ο κουμπάρος μας (την ίδια χρονιά παντρεύτηκαν), όμως μετά από λίγο αποκήρυξε εκείνη την πρώτη συλλογή της. 

Η επίσημη είσοδός της στην ποίηση έγινε το 1956, με τη συλλογή «Έρεβος». 

Σε μία ομιλία της για την ποίηση η Δημουλά είχε ορίσει το ποίημα ως εξής:

«Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα».

Η Κική Δημουλά αυτοβιογραφείται στο «Μονόγραμμα» 

«Ο πληθυντικός αριθμός»

Ο έρωτας, 

όνομα ουσιαστικόν 

πολύ ουσιαστικόν, 

ενικού αριθμού, 

γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού, 

γένους ανυπεράσπιστου. 

Πληθυντικός αριθμός 

οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος, 

όνομα ουσιαστικόν, 

στην αρχή ενικός αριθμός 

και μετά πληθυντικός: 

οι φόβοι. 

Οι φόβοι 

για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη, 

κύριο όνομα των θλίψεων, 

ενικού αριθμού, 

μόνον ενικού αριθμού 

και άκλιτη. 

Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα, 

όνομα ουσιαστικόν, 

γένους θηλυκού, 

ενικός αριθμός. 

Πληθυντικός αριθμός οι νύχτες. 

Οι νύχτες από δω και πέρα.

(Από τα «Ποιήματα», εκδόσεις Ίκαρος, 1998)

Το 1964 απέσπασε εύφημη μνεία από την Ομάδα των Δώδεκα για τη συλλογή Επί τα ίχνη. Το 1972 τιμήθηκε με το Β′ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε ποτέ και το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης

Το 2001 της απονεμήθηκε το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου της, και Χρυσός Σταυρός του Τάγματος της Τιμής, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο. 

Το 2002 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Η Association Capitale Européenne des Littératures την βράβευσε, τον Μάρτιο του 2010, με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας στο πλαίσιο της πέμπτης Ευρωπαϊκής Συνάντησης Λογοτεχνίας. 

Την ίδια χρονιά, τιμήθηκε για τον σύνολο του έργου της με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. 

Το 2015 αναγορεύτηκε σε επίτιμη διδάκτορα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, τα πολωνικά, τα βουλγαρικά, τα γερμανικά και τα σουηδικά και έχουν συμπεριληφθεί στα σχολικά βιβλία. 

Πέθανε η Κική Δημουλά (1931 -

«Η ποίηση είναι μια βασανιστική ιστορία…»

Η Κική Δημουλά είχε εξομολογηθεί σε συνέντευξη της ότι «εάν ζει κανείς πάρα πολύ ωραία, δεν διακόπτει αυτή την απόλαυση να κάνει αυτό το βασανιστικό πράγμα. Γιατί αυτό (η ποίηση) είναι μία βασανιστική ιστορία, δεν είναι ψυχαγωγία, άλλο εάν νιώθει μία τέρψη ή μία φτερωτή ανακούφιση όταν τελειώνει ένα ποίημα, έστω κι αν τον κυνηγάει η αγωνία αν είναι καλό –αυτό δεν τελειώνει ποτέ. Αλλά πάντως, ώσπου να φτάσει εκεί, έχει περάσει αρκετές μαύρες ώρες κι αρκετές μαύρες νύχτες κι αρκετές μαύρες σκέψεις. Επομένως θα έδινα πάρα πολλά να είμαι αυτό που ονειρευόμουνα μικρή, ελαφρά τραγουδίστρια και να μου πετάνε λουλούδια στη σκηνή. Αυτό…» 

«Πρέπει»

Τηρώ, Χρέος,
το κατά δύναμιν τις εντολές σου
τα δύσκολα Πρέπει σου.

Υπάκουες δείχνουν οι σκέψεις
αλλά όρκο δεν παίρνω
μια και έχουν την άνεση
να παραβαίνουν εν κρυπτώ.

Αλλά τις πράξεις μου
πώς να τις δαμάσω;
Βγαίνουν έξω κόσμο συναντούν
γείτονες πειρασμούς
να μην κοντοσταθούν;

Μα φταίνε κι οι εντολές σου
ούτε πλήρεις ούτε ξεκάθαρες είναι.

Για παράδειγμα:
Πρέπει να είναι πιστή η αγάπη;

Κι αν δεν είναι, εμείς τι πρέπει;
με σταυρωμένα τα χέρια
ν′ αγαπάμε;

(Από τη συλλογή «Άνω Τελεία», εκδόσεις Ίκαρος, 2016) 

«Αναδρομική νεότητα»

«… Ο διορισμός του 1949 στην Τράπεζα ήτοι 18 ετών απέκλεισε αμεριμνησία, σπουδές και όσα άλλα ονειρεύεται ο νέος άνθρωπος. Αλλά ήταν ο διορισμός μου εδώ, όνειρο του εγγράμματου και σπουδασμένου, ως επί το πλείστον, περιβάλλοντος μου, ίσως και για να συνεχίσω την τραπεζική παράδοση των αδελφών της μητέρας μου και του πατέρα μου, αργότερα.

Πρώτη τοποθέτησή μου στην καταμέτρηση εφθαρμένων χαρτονομισμάτων. Αυτή ήταν και η πρώτη κατάσαρκη επαφή μου με την τρομοκρατική φθορά. Κι όταν λέω φθορά, μιλώ για κάτι που και ως λέξη ακόμα ήταν άγνωστη σε εκείνη στη νεαρή ανυποψίαστη ηλικία μου. Αυτή η καταμέτρηση, σήκωνε μια πηχτή σκόνη που κόλλαγε στα χέρια μου και σα να διαπερνούσε προειδοποιητικά. Τελικά , ήταν κι αυτό μια εκπαίδευση για ψύχραιμη αποδοχή των αλλοιώσεων που σιγά – σιγά επέρχονταν επάνω μου και στα πράγματα.

.

Χρήσιμη αποδείχτηκε γενικά και η γνωριμία μου με τους κανόνες, τους απαράβατους: μπλε ποδιά, άσπρος γιακάς, απολογία αν για κάποιο λόγο κάποια μέρα παρέβαινες τη στολή. Εξ ίσου αυστηρή και η παράβαση της έγκαιρης προσέλευσης.

Είναι ζήτημα αν στα 25 χρόνια 2-3 φορές μόνο δεν προσήλθα εγκαίρως. Ευσυνειδησία ή τάση προς την υποταγή;

Όταν μεγαλώνοντας, άρχισα να δυσπιστώ γενικά, λειτούργησε και η υποψία, μήπως οι αρετές όπως η πειθαρχία, η υπακοή, η υποχωρητικότητα και η συνέπεια αίρουν την καταγωγή τους όχι τόσο από το ήθος, όσο από κάποιο μη συνειδητό φόβο για τις αστάθμητες συνέπειες που έχει η όποια παράβαση.

Οπωσδήποτε εμείς αδιαφορώντας για την όποια γενεσιουργό αιτία των αρετών , είναι απόλυτη ανάγκη πάντα, αλλά κυρίως σήμερα, να είμαστε ενάρετοι, για να είναι ασφαλής και η κοινωνία και η συνείδησή μας.

Πέθανε η Κική Δημουλά (1931 -

Αξίζει πάντως να ομολογήσω, ότι η εν τη Τραπέζη απαράβατη πειθαρχία, σωφρόνισε σχετικά την ακαταστασία των πρώτων ποιημάτων μου και τις ανώριμες ελευθεριότητες της γλώσσας. Περιόρισε όμως πολύ το χρόνο – ήμουνα και μητέρα- που απαιτεί να της αφιερώσεις η ποίηση. Από τότε έμαθα να κλέβω χρόνο, που ανήκε σε άλλη ρητή υποχρέωση για να τον δίνω σ΄ αυτή την ουτοπική ενδεχομένως ροπή μου. Και τι περίεργο, αυτή η κλοπή απέδιδε, μου δημιουργούσε μια προσοδοφόρα διέγερση. Προς θεού, μην παρεξηγηθώ. Δε γενικεύω ότι η κλοπή είναι δημιουργική.

[…] Το βιογραφικό της ποίησης μου αναπτύσσεται μέσω των συλλογών που εξέδωσα. Αν ερωτηθώ πώς γεννιέται η ποίηση θα απαντήσω: με τον ίδιο τρόπο που γεννιόμαστε κι εμείς, εν αγνοία μας.  Κι όταν εγώ η ίδια αναρωτιέμαι συχνά ποιος άραγε να έγραψε το πρώτο ποίημα προεξοφλώ ότι το πρώτο ποίημα το έγραψε η ανυπαρξία θέλοντας να υπάρξει».

Από την ομιλία της ποιήτριας με τίτλο «Αναδρομική νεότητα» στην τιμητική εκδήλωση που οργάνωσε η Τράπεζα της Ελλάδος στις 8 Νοεμβρίου 2013.

Ποιητικές συλλογές 

  • Ποιήματα, 1952 (αποκηρυγμένα)
  • Έρεβος, 1956, εκδόσεις «Στιγμή», Αθήνα 1990
  • Ερήμην, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1958. Εκδ. «Στιγμή», 1990.
  • Επί τα ίχνη, εκδ. «Φέξης» Αθήνα 1963. Εκδ. «Στιγμή», 1989.
  • Το λίγο του κόσμου, εκδ. «Νεφέλη», Αθήνα 1971, 1983. Εκδ. «Στιγμή», 1990.
  • Το τελευταίο σώμα μου, εκδ, «Κείμενα», Αθήνα 1981. Εκδ. «Στιγμή», 1989.
  • Χαίρε ποτέ, «Στιγμή», 1988
  • Η εφηβεία της λήθης, «Στιγμή», 1994
  • Ποιήματα, εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα 1998 (Συγκεντρωτκή έκδοση· περιλαμβάνονται όλες οι προηγούμενες συλλογές εκτός από τα Ποιήματα.)
  • Ενός λεπτού μαζί, «Ίκαρος», 1998
  • Ήχος απομακρύνσεων, «Ίκαρος», 2001
  • Χλόη θερμοκηπίου, «Ίκαρος», 2005
  • Συνάντηση, Γιάννης Ψυχοπαίδης, Κική Δημουλά, «Ίκαρος», 2007 (ανθολογία με εβδομήντα τρία ζωγραφικά έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη)
  • Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, «Ίκαρος», 2007
  • Τα εύρετρα, «Ίκαρος», 2010
  • Δημόσιος καιρός, «Ίκαρος», 2014
  • Άνω τελεία, «Ίκαρος», 2016

Πεζά 

  • Ο φιλοπαίγμων μύθος, εκδ. «Ίκαρος», Αθήνα 2004 (Η ομιλία που εκφώνησε η Κική Δημουλά στην Ακαδημία Αθηνών κατά την τελετή υποδοχής της.)
  • Εκτός σχεδίου, «Ίκαρος», 2005 (επιλογή πεζών κειμένων)
  • Έρανος σκέψεων, «Ίκαρος», 2009 (η ομιλία της Κικής Δημουλά στην Αρχαιολογική Εταιρεία στις 26 Ιανουαρίου 2009)

«Κολατσιό» 

                              στην κόρη μου 

Μαθήτρια ή φοιτήτρια

κάπου γύρω εκεί

ωραία ή απλώς άθικτη, στητή ακόμα

επάνω στον έφηβο μίσχο της

κάπου γύρω εκεί

η σάκα χάμω ακουμπισμένη

κι απ’ των μαλλιών τις πυκνές σημειώσεις

προκύπτει ντροπαλό το πρόσωπο της

στέκει πίσω από ένα κάδο απορριμμάτων

σκύβει λίγο να μην πολυφαίνεται

και στα κλεφτά δαγκώνει τυρόπιτα μάλλον

αν κρίνω πώς τινάζει

γύρω από το στόμα και το μπουφάν της

τα πεσμένα φύλλα

-είναι και τα δεντράκια του πεζόδρομου

που αργομασάνε πάνωθε της

φύλλα όπου να’ ναι φθινοπωρινά

μικρή μικρή μπουκιά δαγκώνει

με δόντια κάπως δειλά

σκύβοντας λίγο αργά μασούσε

δάγκωνε πάλι

γέμιζε το στόμα της ολόγυρα

φύλλα πάλι

και φύλλα συκής από ντροπή

πόσο γυμνά τη βλέπαν να πεινάει

αργά συγκαλυμμένα κατέβαζε

λίγο πιο κάτω το χάρτινο περιτύλιγμα

της τροφής της, την απογύμνωνε

και ηδονικά κόβοντας

την ένοχη γυμνή άκρη που εξείχε

αργά τη γευόταν με σφιχτά κλεισμένο

της αιδούς το στόμα.

Μου δίνεις και μένα λίγο; της είπα

όχι, όχι απ’ αυτό

θέλω μια άκρη μόνο

από αυτή τη ντροπαλή βραδύτητα

με την οποία μασάει η ζωή τη νεότητα σου

να κόψω. 

(Από «Τα Εύρετρα», εκδόσεις Ίκαρος, 2010)