Σαν σήμερα, τον Ιούλιο του 1824, ο Μαραθώνας έγινε ξανά τόπος αναμέτρησης. Όχι αυτή τη φορά απέναντι στους Πέρσες του 490 π.Χ., αλλά απέναντι στις οθωμανικές δυνάμεις του Ομέρ Πασά της Καρύστου, που επιχειρούσε να ανοίξει δρόμο προς την Αθήνα.
Ο Ομέρ Πασάς είχε αποβιβαστεί στον Ωρωπό με περίπου 3.000 άνδρες, ανάμεσά τους 2.000 γενίτσαρους, καθώς και ιππικό και πυροβολικό. Αφού λεηλάτησε περιοχές της Αττικής, κινήθηκε προς την Αθήνα. Η απειλή ήταν άμεση και ο Γιάννης Γκούρας, τότε φρούραρχος της Ακρόπολης, αντέδρασε γρήγορα.
Με περίπου 600 Έλληνες πολεμιστές και με τη συμμετοχή των Μαμούρη, Ρούκη και Πρεβεζιάνου, ο Γκούρας κατέλαβε στρατηγική θέση στον Μαραθώνα, κοντά στον παλαιό τειχισμένο λόφο, από όπου ήταν αναγκασμένο να περάσει το οθωμανικό στράτευμα. Η επιλογή του τόπου δεν ήταν μόνο στρατιωτική· είχε και τεράστιο συμβολισμό. Στον ίδιο κάμπο όπου ο Μιλτιάδης είχε σταματήσει τους Πέρσες, οι επαναστατημένοι Έλληνες καλούνταν τώρα να σταματήσουν μια νέα εισβολή.
Οι πρώτες συγκρούσεις άρχισαν με πυρά του οθωμανικού πυροβολικού κατά των ελληνικών θέσεων. Ακολούθησαν επιθέσεις από γενίτσαρους και ιππικό, οι οποίες αποκρούστηκαν με μεγάλες απώλειες για τους επιτιθέμενους. Η μάχη ήταν σκληρή και αμφίρροπη. Οι αριθμοί ήταν ξεκάθαρα εναντίον των Ελλήνων — αλλά στην Επανάσταση, πολλές φορές οι αριθμοί πήγαιναν περίπατο.
Καθοριστική υπήρξε η άφιξη του Διονυσίου Ευμορφόπουλου από την Κόρινθο, ο οποίος έσπευσε με τους άνδρες του να ενισχύσει τους αμυνόμενους. Η εμφάνισή του αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων. Τότε ο Γκούρας διέταξε αντεπίθεση και, με τη συμβολή κυρίως των ανδρών του Ρούκη, οι ελληνικές δυνάμεις αιφνιδίασαν τους Οθωμανούς και τους έτρεψαν σε φυγή.
Οι απώλειες των Οθωμανών ήταν βαριές. Στο πεδίο της μάχης έμειναν περίπου 260 νεκροί, ανάμεσά τους και ο Ιμπραήμ, αρχηγός των γενιτσάρων. Οι Έλληνες πήραν επίσης λάφυρα, όπλα και πολεμικές σημαίες. Ο Ομέρ Πασάς υποχώρησε προς το Καπανδρίτι, ενώ ο Γκούρας επέστρεψε στην Αθήνα για να οργανώσει την άμυνά της.
Η Μάχη του Μαραθώνα του 1824 δεν έχει τη φήμη άλλων μεγάλων μαχών της Επανάστασης. Δεν έγινε θρύλος όπως τα Δερβενάκια ή η Γραβιά. Κι όμως, είχε βαρύτητα. Έδειξε ότι ακόμη και μέσα στις δυσκολίες του 1824, όταν ο Αγώνας δοκιμαζόταν και από εσωτερικές διαιρέσεις, η ελληνική αντίσταση μπορούσε να σταθεί όρθια απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις.
Ο Μαραθώνας, λοιπόν, δεν έμεινε μόνο στο 490 π.Χ. Το 1824 ξαναμίλησε. Και το μήνυμα ήταν καθαρό: η μνήμη ενός τόπου μπορεί να γίνει όπλο, όταν υπάρχουν άνθρωποι αποφασισμένοι να την τιμήσουν.
Πηγές για τα βασικά στοιχεία: Σαν Σήμερα, Μηχανή του Χρόνου και Ψηφιακό Αποθετήριο Ιστορίας και Πολιτισμού Δήμου Σαρωνικού.


































