Τον γνώρισα στο τέλος της δεκαετίας του ’80. Ήμουν μόλις 18 χρονών, στην πρώτη μου δουλειά. Ήταν ο πρώτος μου εργοδότης, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν ένας άνθρωπος που μου έμαθε, χωρίς ποτέ να το επιδιώξει, ότι υπάρχει και ένας άλλος τρόπος να ζεις: με ελευθερία, με αξιοπρέπεια και χωρίς συμβιβασμούς.
Ο Ανδρέας ήταν μια σπάνια πάστα ανθρώπου. Ασυμβίβαστος μέχρι το τέλος της ζωής του, έκανε πάντα αυτό που ήθελε, ακολουθώντας τον δικό του δρόμο. Ήταν ένας άνθρωπος με απεριόριστα ανοιχτό μυαλό, βαθιά καλλιεργημένος, που δεν υπολόγισε ποτέ ούτε τα χρήματα ούτε τα υλικά αγαθά. Ήταν από εκείνους που έδιναν μεγαλύτερη αξία στους ανθρώπους, στις ιδέες, στη μουσική, στα ταξίδια, στην ποίηση και στην ελευθερία.
Στα Εξάρχεια της δεκαετίας του ’80, στην Ερεσσού 36, βρισκόταν το γραφείο του. Από εκεί ξεκινούσε καθημερινά, πάντα με τα πόδια. Δεν οδηγούσε αυτοκίνητο. Ίσως γιατί το μυαλό του ταξίδευε συνεχώς αλλού. Ήταν ένας ρομαντικός άνθρωπος, αφιερωμένος στις σκέψεις του, στις ιδέες του και στους ανθρώπους του. Από το γραφείο αυτό περνούσαν καθημερινά όλοι οι θρυλοι της εποχής εκείνης. Ο Γιαννάκης, ο Παταβούκας, ο Αλέφαντος, ο Γιατράς, όλοι οι μεγάλοι συνθέτες της εποχής, ο Βενιζέλος, και τόσοι άλλοι που δεν μπορώ να απαριθμήσω τώρα, γιατί είμαι πολύ συγκινημένη.
Θυμάμαι να τον ακούω από μέσα, ενώ εγώ έκανα τις δουλειές μου, να γράφει στίχους για ρεμπέτικα τραγούδια. Το ρεμπέτικο το αγαπούσε βαθιά, όπως αγαπούσε και κάθε μορφή μουσικής. Η ψυχή του ήταν ανήσυχη, δημιουργική, γεμάτη ευαισθησία.
Ήταν πολύ μορφωμένος. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ακολουθώντας τη μεγάλη του αγάπη, το θέατρο, χωρίς καν να το γνωρίζει η οικογένειά του. Έπαιξε και έναν μικρό ρόλο δίπλα στον Λάμπρο Κωνσταντάρα στο θρυλικό ”Τι 30, τι 40 τι 50”. Ταυτόχρονα σπούδαζε στην ΑΣΟΕΕ, εκπληρώνοντας την επιθυμία του πατέρα του, αλλά και στην Νομική Αθηνών αργότερα. Σε δύσκολες εποχές, όταν το να πεις «όχι» στους γονείς σου, και μάλιστα σε μια οικογένεια εμπόρων, απαιτούσε θάρρος και δύναμη ψυχής.
Υπήρξε ηθοποιός, δημοσιογράφος, ποιητής, ταξιδευτής, πρόεδρος του Αστέρα Εξαρχείων. Κι όμως, καμία από αυτές τις ιδιότητες δεν αρκεί για να περιγράψει ποιος πραγματικά ήταν.
Φίλοι του ήταν οι πάντες. Αναρχικοί, φίλαθλοι, άνθρωποι της γειτονιάς, περιθωριακοί, άνθρωποι πληγωμένοι, απόκληροι αυτής της ζωής, της πλατείας Εξαρχείων. Ο Ανδρέας δεν ξεχώριζε κανέναν. Τους αγαπούσε όλους. Και όλοι τον αγαπούσαν.
Θυμάμαι πως έφευγε από το γραφείο έχοντας στην τσέπη του δέκα ή είκοσι χιλιάδες δραχμές. Μέχρι να φτάσει στην πλατεία, λίγα μόλις μέτρα πιο κάτω, δεν του είχε απομείνει σχεδόν τίποτα. Όποιος του ζητούσε βοήθεια, έπαιρνε. Γιατί ο Ανδρέας δεν λογάριαζε ποτέ το χρήμα. Δεν το θεώρησε ποτέ σκοπό της ζωής. Η γενναιοδωρία του ήταν αυθόρμητη, σχεδόν παιδική.
Ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε βαθιά τους ανθρώπους. Ένας άνθρωπος που δεν μπορείς εύκολα να περιγράψεις. Ίσως γιατί οι πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι δεν χωρούν σε λέξεις. Θυμάμαι ένα μεσημέρι, οδηγώντας το πολυτελές αυτοκίνητο του αδελφού του, ξαφνικά όρμησαν πάνω μου απειλητικά να το σπάσουν δεκάδες αναρχικοί, περνώντας από την πλατεία Εξαρχείων. Μα μόλις ψέλισα το όνομα Ανδρέας Μαζαράκης, όλοι έκαναν πέρα και με άφησαν να περάσω…
Σήμερα, με την είδηση της αναχώρησής του, νιώθω πως φεύγει μαζί του ένα κομμάτι από εκείνα τα όμορφα, ανήσυχα και ρομαντικά Εξάρχεια της δεκαετίας του ’80. Ένας άνθρωπος που έζησε όπως ακριβώς ήθελε, χωρίς να προδώσει ποτέ τον εαυτό του.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα μιας ζωής.
Καλό ταξίδι, Ανδρέα.
Σε όσους είχαν την τύχη να σε γνωρίσουν, άφησες κάτι πολύ πιο πολύτιμο από χρήματα και αξιώματα. Άφησες το παράδειγμα ενός ελεύθερου ανθρώπου.
Και τέτοιοι άνθρωποι δεν φεύγουν ποτέ πραγματικά.
Θα συνεχίσουν να περπατούν στα στενά των Εξαρχείων, να τραγουδούν ρεμπέτικα, να συζητούν για την τέχνη, την ποίηση και τη ζωή, μέσα στις αναμνήσεις όλων όσοι τους αγάπησαν.
Αντίο, Ανδρέα…
Να είσαι καλά εκεί που βρίσκεσαι.
Και να ξέρεις πως όσοι σε γνωρίσαμε, δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ.
Καλή αντάμωση…
Κατερίνα Τράση



