Αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο επιβαρύνεται η ακίνητη περιουσία σε επίπεδο δήμων φέρνει από την 1η Ιανουαρίου 2027 το νέο Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης. Η νέα επιβάρυνση προβλέπεται στον Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης που προωθεί το υπουργείο Εσωτερικών και έρχεται να αντικαταστήσει υφιστάμενα δημοτικά τέλη που συνδέονται με την ακίνητη περιουσία.
Το νέο καθεστώς αφορά εκατομμύρια ιδιοκτήτες, καθώς το ύψος του τέλους δεν θα είναι ενιαίο για όλους. Θα εξαρτάται από την αξία του ακινήτου, τα χαρακτηριστικά του, την περιοχή στην οποία βρίσκεται, αλλά και από τον συντελεστή που θα αποφασίζει κάθε δήμος.
Ποια ακίνητα θα επιβαρυνθούν περισσότερο
Στο επίκεντρο των αυξήσεων αναμένεται να βρεθούν κυρίως τα νεόδμητα ακίνητα μεγάλης επιφάνειας, ειδικά όταν βρίσκονται σε περιοχές με υψηλές αντικειμενικές αξίες. Με απλά λόγια, όσο ακριβότερο και μεγαλύτερο είναι ένα ακίνητο, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η επιβάρυνση.
Αντίθετα, παλαιότερες κατοικίες σε περιοχές με χαμηλές ή μεσαίες αντικειμενικές αξίες εκτιμάται ότι θα έχουν μικρότερες επιβαρύνσεις ή ακόμη και ελαφρύνσεις σε σχέση με το σημερινό καθεστώς.
Η αλλαγή αυτή μεταφέρει ουσιαστικά μεγαλύτερο βάρος στα ακίνητα υψηλότερης αξίας, ενώ αφήνει περισσότερο χώρο για διαφοροποιήσεις από δήμο σε δήμο. Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο: η τελική επιβάρυνση δεν θα κρίνεται μόνο από το ακίνητο, αλλά και από την απόφαση της τοπικής αρχής.
Πώς θα υπολογίζεται το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης
Το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης θα υπολογίζεται με συντελεστή που θα κυμαίνεται, κατά κανόνα, από 0,3‰ έως 0,7‰ επί της αξίας του ακινήτου. Τον τελικό συντελεστή θα τον καθορίζει κάθε δημοτικό συμβούλιο.
Ωστόσο, προβλέπεται ειδική εξαίρεση. Εάν η οικονομική υπηρεσία ενός δήμου διαπιστώσει ότι ακόμη και με τον ανώτατο συντελεστή 0,7‰ τα εκτιμώμενα ετήσια έσοδα είναι χαμηλότερα από το 95% των συνολικών εσόδων που είχαν εισπραχθεί το 2025 από το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας και τον Φόρο Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων, τότε ο δήμος θα μπορεί να ορίσει υψηλότερο συντελεστή.
Η αύξηση αυτή, πάντως, δεν θα είναι απεριόριστη. Θα μπορεί να γίνει μόνο έως το επίπεδο που απαιτείται ώστε τα εκτιμώμενα έσοδα να φτάσουν το προβλεπόμενο όριο.
Πώς θα γίνεται η είσπραξη
Το νέο τέλος θα εισπράττεται μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, όπως συμβαίνει και με άλλες δημοτικές επιβαρύνσεις. Υπόχρεος πληρωμής θα είναι ο ιδιοκτήτης, ο επικαρπωτής ή ο νομέας του ακινήτου.
Στην περίπτωση που τον λογαριασμό ρεύματος τον πληρώνει ο ενοικιαστής, τότε το τέλος θα καταβάλλεται από εκείνον. Ωστόσο, το ποσό θα αφαιρείται στη συνέχεια από το μηνιαίο ενοίκιο, ώστε η τελική επιβάρυνση να μη μένει στον μισθωτή.
Ποια ακίνητα αφορά
Το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης θα εφαρμόζεται σε ακίνητα που βρίσκονται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, εντός οικισμών που υφίστανται πριν από το 1923, καθώς και εντός ορίων οικισμών με πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων.
Θα αφορά επίσης κτίσματα εκτός σχεδίου πόλης ή εκτός των παραπάνω οικισμών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, για τον υπολογισμό της αξίας θα λαμβάνεται υπόψη η αξία των κτισμάτων, καθώς και η αξία έκτασης διπλάσιας από εκείνη που καταλαμβάνουν τα κτίσματα.
Στο πεδίο εφαρμογής μπαίνει και το δικαίωμα υψούν, ο γνωστός «αέρας», εφόσον έχει περιληφθεί σε συμβόλαιο μεταβίβασης και καταγράφεται σε αυτό.
Τι αλλάζει σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό
Από τις τελικές διατάξεις φαίνεται να μένει εκτός το Τέλος Περιφερειακής Ανάπτυξης, το οποίο είχε περιληφθεί στο αρχικό σχέδιο του νομοσχεδίου. Η πρόβλεψη αυτή αποσύρθηκε μετά τις αντιδράσεις που καταγράφηκαν στη δημόσια διαβούλευση.
Η απόσυρση του τέλους υπέρ των περιφερειών περιορίζει τις πρόσθετες επιβαρύνσεις για τους ιδιοκτήτες. Παρ’ όλα αυτά, το νέο Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης ανοίγει έναν διαφορετικό κύκλο υπολογισμού των δημοτικών βαρών, με μεγαλύτερη σύνδεση ανάμεσα στην αξία της περιουσίας και τα έσοδα των δήμων.
Το πρακτικό αποτέλεσμα θα φανεί στην τσέπη των πολιτών από το 2027. Για κάποιους ιδιοκτήτες, κυρίως όσους έχουν ακίνητα υψηλής αξίας, ο λογαριασμός θα είναι βαρύτερος. Για άλλους, ιδιαίτερα σε παλαιότερες κατοικίες και περιοχές χαμηλότερων τιμών, η εικόνα μπορεί να είναι πιο ήπια.
Το βέβαιο είναι ότι οι αποφάσεις των δήμων θα αποκτήσουν πλέον μεγαλύτερη σημασία. Και αυτό σημαίνει πως οι τοπικοί συντελεστές δεν θα είναι απλώς μια τεχνική λεπτομέρεια, αλλά ο παράγοντας που θα καθορίζει ποιος πληρώνει, πόσο και γιατί.


































